Δημήτρης Λέντζος - Το μεγαλύτερο και ωραιότερο παραμύθι…
 

Του Σπύρου Αραβανή

Του ανήκει -εξ ημισείας με τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή- ένα από τα «γενναιότερα» ζεϊμπέκικα που τραγούδησε τα τελευταία χρόνια ο Δημήτρης Μητροπάνος:

«Πήρα απ’ τα μάτια σου λίγο μαύρο χρώμα/κι έβαψα τα ρούχα μου -μάνα μη με δεις-/τη στερνή κουβέντα σου τη θυμάμαι ακόμα/σαν χορεύεις μου ’λεγες, να ’σαι ο Διγενής». Ο Δημήτρης Λέντζος συγγενεύει με εκείνους τους δημιουργούς που μπήκαν ετοιμοπόλεμοι στο έντεχνο-λαϊκό τραγούδι, με καλογυαλισμένα όλα τα όπλα τους στη λεκτική τους φαρέτρα, αποφασισμένοι να ορθώσουν λόγο. Δίσκο τον δίσκο -αριθμεί ήδη 12 χρόνια στη δισκογραφία- έρχεται πιο κοντά στη δική του «φωνή», έχοντας ήδη ευτυχίσει να ακούσει τα λόγια του ερμηνευμένα από σπουδαίες καλλιτέχνες όπως ο Μανώλης Μητσιάς, ο Νίκος Δημητράτος, ο Παντελής Θαλασσινός, η Μαρία Σουλτάτου, η Σοφία Παπάζογλου κ.ά. Τα τραγούδια του, λοιπόν, προμηνύουν ένα ευοίωνο μέλλον. Ολοζώντανο. Σαν ένα πορτρέτο «φαγιούμ», όπως είναι και ο τίτλος της πιο πρόσφατης δισκογραφικής του εργασίας σε συνθέσεις του Νεοκλή Νεοφυτίδη που κυκλοφόρησε από το περιοδικό και τις εκδόσεις «Μετρονόμος».


Κατάγεστε από την επαρχία. Ποια επίδρασή πιστεύετε ότι έχει στη στιχουργία σας;
Κατάγομαι από ένα χωριό της ορεινής Ηλείας, στις παρυφές της Ολυμπίας. Το μόνο που μπορώ να πω ότι τα πρώτα χρόνια μού έδωσε ένα ποιητικό ερέθισμα ήταν η φτώχεια. Η φτώχεια έχει μια ιερότητα, μια ορθότητα, μια αυστηρότητα. Μετά από πολλά διαβάσματα, ύστερα από χρόνια, κατάλαβα ότι είχα ζήσει -χωρίς να το έχω αντιληφθεί νωρίτερα- αυτό που τόνιζαν τα μεγάλα έργα: τη σημασία της αφαιρετικότητας. Τα λίγα και μετρημένα λόγια. Σημαντικό ρόλο ύστερα έπαιξαν και οι αφηγήσεις της γιαγιάς μου, η οποία ήταν μεγάλη παραμυθατζού. Μου έλεγε τα αστέρια με δικά της ονόματα, για παράδειγμα έλεγε την Πούλια «Φαμελίτισσα». Το τρίτο στοιχείο που με επηρέασε ήταν τα πανηγύρια, τα οποία ήταν αυστηρώς ανδροκρατούμενα. Από εκεί αγάπησα τα δημοτικά τραγούδια τα οποία για ’μένα έχουν τη μεγαλύτερη αξία. Στους νέους μας συστήνω να διαβάσουν -όχι μόνο να ακούσουν- τα δημοτικά τραγούδια, όπως βεβαίως και τα λαϊκά.

Στο σπίτι τι μουσικά ακούσματα υπήρχαν;
Δεν ακούγαμε τραγούδια• μόνο μοιρολόγια. Ήταν τέτοιες οι συνθήκες -εμφύλιος κ.ά.- που δεν χαρήκαμε ποτέ. Δεν έχω νιώσει μεγάλες χαρές στη ζωή μου, γι’ αυτό και πιθανόν γράφω πένθιμα.

Ένας αφορισμός λέει «Τη χαρά τη ζεις, τον πόνο τον κάνεις δημιουργία».
Καλά είναι αυτά, αλλά και το μεράκι, η χαρά, είναι πολύ σπουδαίο συναίσθημα. Είναι σαν τον έρωτα. Βέβαια, ο έρωτας στην Ελλάδα είναι επίσης  μια ιστορία πένθους. Και εκεί είναι η διαφωνία μου με τα σύγχρονα ερωτικά τραγούδια: δεν μπορείς να είσαι ερωτευμένος και να χαχανίζεις.

Η επαφή σας με το λαϊκό τραγούδι…
Αργότερα, λίγο μεγαλύτερος, όταν ήρθα στην Αθήνα. Θυμάμαι έντονα ορισμένους ανθρώπους που χόρευαν ζεϊμπέκικο.

Εξ ου, μάλλον, και η έντονη παρουσία του χορού στους στίχους σας: «Κι εγώ με έρωτα βαρύ σαν πένθος που με λειώνει/και με τους χτύπους της καρδιάς να μου κρατούν το ίσο/μονάχος μου εχόρεψα στο μαρμαρένιο αλώνι/και τρεις φορές ορκίστηκα να μην ξαναγαπήσω».
Ο χορός είναι κατ’ εμέ το πιο εκφραστικό και το πιο τραγικό στοιχείο στον άνθρωπο. Νομίζω ότι ο άνθρωπος σε δύο πράγματα γίνεται θεός: στον χορό και στον έρωτα.

Στους στίχους σας, επίσης, διακρίνεται έντονο και το στοιχείο του ταξιδιού: «Τις πιο μεγάλες Κυριακές/τις έζησα στο Μαρακές/και στο παλιό τ’ Αλγέρι»…
Μεγάλες πατρίδες μας είναι οι ουτοπίες μας. Τα ταξίδια μας είναι μέσα μας. Εγώ -κι ας μην πήγα σε αυτούς τους τόπους- αισθάνομαι ότι έχω πάει. Έτσι είναι και οι έρωτες. Μεγάλα ταξίδια.


Πότε γράψατε τους πρώτους σας στίχους;
Ξεκίνησα να γράφω ποιήματα και μετά έγραψα στίχους. Βεβαίως, δεν μπορώ να ξεχωρίσω το τραγούδι από την  ποίηση. Αν δεν έχει ο στίχος ένα τόσο δα έστω στοιχείο από την ποίηση, δεν αξίζει. Φυσικά, μπορώ να καταλάβω τη μικρή διαφορά που έχουν, και μετά από χρόνια ξέρω και εγώ την τεχνική, την έχω αποκτήσει με μεγάλο κόπο.

Είπατε τη λέξη τεχνική. Θεωρώ ότι στους στίχους σας διακρίνεται η τεχνική. Κάτι που λείπει από πολλούς σύγχρονους στιχουργούς.
Εγώ το τραγούδι δεν το είδα ποτέ ως πάρεργο. Το είδα ως μια ουσιαστική διαδικασία εκδίπλωσης ανθρώπινων αισθημάτων. Αυτό που με παραξένευε πάντα είναι πως με δυο κουβέντες πρέπει να τα πεις όλα. Πως χρειάζεσαι δυο μόνο λέξεις για να δώσεις το μήνυμά του. Δεν σημαίνει πως αν βρεις τρεις λέξεις έχεις κάνει τραγούδι. Μπορεί να χρειάζεσαι τις δύο λέξεις. Το ταλέντο θέλει δουλειά και παιδεία, δεν έρχεται μόνο του.

Αγαπημένοι σας στιχουργοί;
Μου αρέσει πάρα πολύ η στιχουργική του Άκη Πάνου. Ο διαμορφωτής όμως του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού είναι αναμφισβήτητα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, Διαμόρφωσε ποιητικότητα στο τραγούδι, χωρίς να χάσει τη λαϊκότητα του. Είναι μεγάλος λαϊκός ποιητής. Το ίδιο συνέβη και με τον Μάνο Ελευθερίου. Ξέρει να αναδεικνύει τη λαϊκότητα. Και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν καλό λαϊκό τραγούδι.

Πρώτη σας συνεργασία με τον συνθέτη Μιχάλη Τερζή, το 1997. Έκτοτε παραμένετε σταθερά μαζί…
Θεωρώ τον Μιχάλη σπουδαίο φίλο. Νιώθω ότι έχουμε περάσει πολλά βιώματα μαζί -χωρίς αυτό να έχει γίνει κατ’ ουσίαν- και έτσι ταιριάζουμε και δημιουργικά. Συζητάμε για το τραγούδι, διαφωνούμε, γι’ αυτό και γράφουμε βεβαίως μαζί. Τα καλά μου τραγούδια τα δίνω μόνο σε φίλους μου.

Η σχέση σας με τον Χρήστο Λεοντή;
Αισθάνομαι να έχουμε τη σχέση πατέρα με γιου. Μέσα από αυτήν την αγάπη προέκυψε και η συνεργασία μας. Ο Λεοντής με έμαθε να γράφω τραγούδια. Μου δίδαξε την αφαίρεση μέσα στην πρόσθεση συναισθημάτων. Ο δίσκος μας εκδόθηκε από τον «Μετρονόμο» και από τον φίλο μου Θανάση Συλιβό, και τον ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνεργασία. Ο Έρωτας Αρχάγγελος είναι για ’μένα μια σημαντική δουλειά.

Μιλήστε μου και για τον δίσκο Φαγιούμ και τον συνθέτη του, Νεοκλή Νεοφυτίδη.
Ο Νεοκλής είναι ένας σπουδαίος μουσικός που μου τον γνώρισε ο Χρήστος Λεοντής. Είναι ένας αυστηρός άνθρωπος και μετά από χρόνια είμαι σίγουρος ότι θα είναι παράδειγμα μουσικού. Πρόκειται για ακριβή παραγωγή, την κάναμε χωρίς να τσιγκουνευτούμε τίποτα, και ας ξέρω πως δεν θα πάει καλά με όρους εμπορικότητας. Συμμετέχουν πάρα πολλοί αξιόλογοι μουσικοί και τραγουδιστές• ο Μανώλης  Μητσιάς, η Σοφία Παπάζογλου, ο Δώρος Δημοσθένης και ο Μανώλης Πασχαλίδης.


Η επαγγελματική σας απασχόληση, το εμπόριο, οι καθημερινές σας δοσοληψίες με ανθρώπους, με την πραγματική ζωή συνολικά, πόσο σας έχουν επηρεάσει και δημιουργικά;
Θετικά θα έλεγα. Το λαϊκό τραγούδι είναι μια ζωική διαδικασία• δεν μπορεί να είναι έξω από τη ζωή. Η επαγγελματική μου απασχόληση με το εμπόριο μου παρέχει το δικαίωμα να ζήσω, να βιοποριστώ και ταυτόχρονα μου παρέχει ελευθερία κινήσεων και επιλογών στο καλλιτεχνικό επίπεδο.

Μετά από ένα δεκάωρο στη δουλειά, με δοσοληψίες, λογιστικά βιβλία, ανθρώπινες συναλλαγές, πόσο εύκολο είναι να γράψετε ένα τραγούδι πνευματώδες και με συναίσθημα;
Τα τραγούδια, κατ’ αρχήν, δεν γράφονται κατά συνθήκη. Τα περισσότερα τα έχω γράψει στις συναλλαγές μου με τον κόσμο. Η επαφή μου με τον κόσμο μου έδωσε την αξιοπρέπεια του λαϊκού.

Το εμπόριο στο ελληνικό τραγούδι πώς το βλέπετε;
Εκεί είναι σκληρά τα πράγματα. Ο πρωταρχικός στόχος είναι το κέρδος. Ο σοβαρός όμως έμπορας πρέπει να σέβεται το εμπόρευμά του. Ποτέ δεν θα δεις σε εμπορικούς δρόμους έναν έμπορα να πετάει από τη βιτρίνα του ένα εμπόρευμα που κιτρίνισε. Όμως στο ελληνικό τραγούδι πολλά πράγματα πετάνε από τις βιτρίνες, από τα ράφια, από την ψυχή του κοινού. Πρωτογενώς κρίση σήμερα περνάει το εμπόριο στο τραγούδι και όχι το δημιουργικό του μέρος. Ένα ολόκληρο σύστημα κατέρρευσε σε μια νύχτα γιατί κάποιοι αξιολόγησαν ότι κάποια πράγματα πουλάνε. Και ξαφνικά αποκαλύφθηκε ότι αυτό δεν ισχύει. Το marketing στο ελληνικό τραγούδι έχει αποτύχει, και αν ήταν εμπόριο κανονικό κανένας έμπορος δεν θα έπαιρνε στη δουλειά του τους εμπόρους του.

Πώς κρίνετε την προώθηση των δίσκων μέσα από τις εφημερίδες;
Σαν  δύο ναυαγούς -το τραγούδι και ο έντυπος τύπος- που ο ένας κρατάει τον άλλο για να μη πνιγούν. Έχουμε φτάσει στο σημείο να διαλέγουμε εφημερίδα για τον δίσκο που δίνει. Νομίζω όμως πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ακούνε αυτά που αγοράζουνε. Έχουν, δηλαδή, οι δίσκοι τη μοίρα που είχαν παλαιότερα τα dvd που έδιναν οι εφημερίδες. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε τον ρόλο των δημιουργών. Πόσο, άραγε, να ευνοούνται οικονομικά από αυτή τη διαχείριση του έργου τους; Εδώ ο καθένας συνδικαλιστικά πρέπει να πάρει θέση.

Εσείς συμμετέχετε, πάντως, ενεργά στην  ΕΜΣΕ.
Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε με μεγάλη φιλοδοξία, στην πορεία όμως εξετάστηκε το πρόβλημα των δικαιωμάτων όπως ήθελαν κάθε φορά οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε αυτή. Σήμερα ο ρόλος της είναι κρίσιμος. Η αυτοδιαχείριση του έργου των δημιουργών χρειάζεται να ενισχυθεί.

Το περασμένο καλοκαίρι μαζί με το περιοδικό «Μετρονόμος» σχεδιάσατε και υλοποιήσατε με μεγάλη επιτυχία τις Γιορτές του Ενιπέα και της Φολόης, στον τόπο καταγωγής σας. Θα συνεχιστεί και του χρόνου αυτή η αξιέπαινη πρωτοβουλία;
Ναι, του χρόνου θα έχουμε ως θεματική το παραμύθι, και θέλουμε τον κόσμο να είναι οργανικό στοιχείο αυτών των εκδηλώσεων. Θα καλέσουμε παραμυθάδες, αφηγητές και τραγουδιστές και θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε την εντοπιότητα των παραμυθιών αλλά και τη γενικότερη ιστορία τους.

Το λαϊκό τραγούδι είναι ένα παραμύθι;
Το μεγαλύτερο και το ωραιότερο.


Κείμενα για τον Δημήτρη Λέντζο
Ο Δημήτρης Λέντζος είναι από τους σημαντικότερους στιχουργούς της νεότερης γενιάς. Τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από την αγωνία του να εκφράσει τον καθημερινό αγώνα των ανθρώπων. Οι στίχοι του έχουν έντονες εικόνες, οικονομία, αμεσότητα και λυρισμό. Θεωρώ τον λόγο του σύγχρονο ποιητικό, αποτέλεσμα  της μελέτης και της σπουδής του πάνω στο ελληνικό τραγούδι και στη λογοτεχνία. Ως άνθρωπος είναι ένας εξαιρετικός φίλος, ένα από τα αγαπητότερα δικά μου πρόσωπα. Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια, πριν το 1990, για αρκετά όμως χρόνια δεν είχαμε κοντινή επαφή. Τα τελευταία χρόνια κάνουμε στενή παρέα και μέσα από τις ατελείωτες συζητήσεις διακρίνω την ωρίμασή του. Ξεπέρασε τη λαγνεία του ωραίου λόγου που τον χαρακτήριζε τα προηγούμενα χρόνια και στέκεται στην ουσία των πραγμάτων. Το μέλλον είμαι σίγουρος ότι θα επιφέρει νέες συνεργασίες μας.
Χρήστος Λεοντής, συνθέτης.

Ο Δημήτρης Λέντζος «εισβάλλει» στον χώρο του τραγουδιού δυναμικά και απρόσμενα σαν «δαίμονας» εκεί που κανείς δε τον περιμένει, για να φανερώσει τη δική του  έγνοια για τον κόσμο, τους ανθρώπους, και να καταθέσει τον προσωπικό του λόγο στο τραγούδι. Παιδί της περιφέρειας, όπως οι περισσότεροι, φορτωμένος με όλους τους εφιάλτες και τα θαύματα που  δυναστεύουν και ανασταίνουν την ζωή μας, εντάσσεται εκ των πραγμάτων και εν δυνάμει από την αρχή σ’ αυτό που ονομάζουμε ποιητικό τραγούδι, αφού από νωρίς  διδάχθηκε κοντά στον Γ. Ρίτσο. Τον γνώρισα τυχαία από τον Γιάννη Γκουτσίδη, πριν από χρόνια, και από τότε παραμένουμε συνοδοιπόροι στη μεγάλη περιπέτεια της τέχνης του τραγουδιού. Πρωτοξεκίνησε δισκογραφικά μαζί μου, μελοποίησα τραγούδια του στις συλλογές Η Ωδή Των Οδών, Δον Κιχώτες, κ.ά. Ανήσυχο πνεύμα φωτεινό, άνθρωπος ανυπότακτος και τολμηρός, πολύτιμος φίλος, πολλές φορές με έχει ξαφνιάσει με τα κείμενά του όπως και το πρώτο του πεζογράφημα «Η μεγάλη διαδήλωση του ενός». Αυτόν τον καιρό ηχογραφούμε την εργασία μας Απόπλους.
Μιχάλης Τερζής, συνθέτης.

Μελοποιώντας τους στίχους του Δημήτρη Λέντζου για τον δίσκο Φαγιούμ κατάλαβα ότι η στιχουργική πένα του τολμά να γεφυρώνει -με την εργατικότητα και το πείσμα μυρμηγκιού- ένα χάσμα που προέκυψε βίαια εν μέρει μέσα από την ανάγκη -ή την «επιβολή» μιας ανάγκης- να προχωρήσουμε σε μια νέα κατάσταση, χωρίς όμως προηγουμένως να συνειδητοποιήσουμε ότι το πέρασμα αυτό προκύπτει ομαλά: όταν οι δημιουργοί γνωρίζουν και βλέπουν το «μετά» ως μια «εκκίνηση του πριν». Ο Λέντζος λειτουργεί, πιστεύω, ως ένας «δημοτικός» μέσα σ’ αυτό που ονομάζουμε έντεχνο χώρο, γιατί δεν ξεκίνησε γράφοντας αλλά ακούγοντας. Ξεκινά ως παιδί της ακουστικής παράδοσης και «ενηλικιώνεται» δημιουργικά προσδίδοντας στο χωριό, στις ιστορίες της γιαγιάς, τα νερά, τα δάση -κι από μόνα τους ποιητικά- το χρώμα της «ποιητικής αναδημιουργίας κι ερμηνείας».
Νεοκλής Νεοφυτίδης, συνθέτης.

Από τις πρώτες κουβέντες που αντάλλαξα με το Δημήτρη, όταν γνωριστήκαμε μέσω του Χρήστου Λεοντή, ένιωσα σαν να τον ήξερα χρόνια. Αργότερα, μέσα από τη σχεδόν καθημερινή μας παρέα, κατάλαβα πως ο ποιητικός του λόγος είναι απόρροια της ίδιας του της ζωής. Όταν γράφει δεν προσποιείται, είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Αυτό σε κάνει να νιώθεις οικεία τα λόγια του. Όταν τα διαβάζεις είναι σαν να διαβάζεις την ίδια του τη ζωή. Σπάνιο πράγμα αυτό. Έζησε μέχρι την ηλικία των 18 ετών σε ένα όμορφο χωριό, τις Μηλιές Ηλείας. Πολλές εικόνες και λέξεις από εκείνα τα χρόνια περνούν στα ποιήματα και στα τραγούδια του. Είναι άνθρωπος της παρέας και του κρασιού, άνθρωπος που χαίρεσαι να τον έχεις στο γλέντι σου. Αυτό πιστεύω πως κάνει τη γραφή του αληθινή. Και το τραγούδι έχει ανάγκη από τέτοιες γραφές. Ας μην το παραδέχεται• χορεύει και πολύ ωραίο ζεϊμπέκικο.
Θανάσης Συλιβός, Εκδότης του περιοδικού «Μετρονόμος».

 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
 
Όλες οι συνεντεύξεις

 

 

VIDEO