 Συνέντευξη στον Δημήτρη Βάκη
Αν έλεγε κανείς γι’ αυτήν ότι πρώτα έμαθε σαντούρι και ύστερα περπάτησε, δεν θα ήταν τραβηγμένο. Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Στα δώδεκά της ο Γιώργος Νταλάρας την ανέβασε μαζί του στη σκηνή, και όλα πήραν τον δρόμο τους. Σήμερα, είκοσι ετών πλέον, μοιάζει να έχει βρει τη φωνή της. Είναι ένα κορίτσι που ψάχνεται, που της αρέσει ο Στίβι Γουόντερ αλλά και ο Μπαχ, που πιστεύει πως η μουσική είναι μία, και σκοπεύει να τη μαθαίνει εσαεί, που αναρωτιέται για πολύ σοβαρά πράγματα, γελώντας αδιάκοπα. Μιλήσαμε με αφορμή τον καινούργιο της δίσκο, Με Τη Φωνή Της Αρετής.
Τι σημαίνει για ’σένα να μεγαλώνεις; Ομορφιά σημαίνει. Ότι δεν έχεις και πολύ ελεύθερο χρόνο, γιατί θες να μελετήσεις βυζαντινή μουσική και, παράλληλα, Ανόν(1) στο πιάνο, ή σονατίνες. Έχεις και το σαντούρι και θες να μελετήσεις Βασίλη Σούκα, που ήταν μεγάλος σαντουριέρης, πέρα από δεξιοτέχνης του κλαρίνου. Κι από την άλλη, έχεις όλο αυτό το γύρω γύρω, που σώνει και καλά πρέπει όταν μεγαλώνεις να κάνεις κάτι για να το δείξεις. Τι να κάνεις, δηλαδή; Να αλλάζεις την εικόνα σου, τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τη μύτη σου - να μην αναφέρω όλα τα μέρη του σώματος… Να ντύνεσαι διαφορετικά απ’ ό,τι πριν ενηλικιωθείς, με αποτέλεσμα να γίνεσαι κάτι άλλο• δεν ξέρω τι. Δεν θέλω να γίνω τέτοια γυναίκα• θέλω να ωριμάσω φυσιολογικά, να γίνω «κανονική», ρε παιδί μου, όπως ήταν η γιαγιά μου, ή όπως γίνεται η μάνα μου. Μ’ αρέσει πολύ αυτή η ιδέα, γιατί και αυτό που υπηρετούμε, τα παραδοσιακά, που πολλοί δεν τα βρίσκουν «όμορφα», είναι είδος που δεν σου επιτρέπει να κάνεις τέτοια πράγματα. Ιδεολογικά, δηλαδή• όχι ότι απαγορεύεται. Και ’μένα με τιμάει αυτό ως χαρακτήρα, γιατί το έχω υιοθετήσει από πολύ μικρή.
Έξι χρόνια πέρασαν από τον πρώτο προσωπικό σου δίσκο(2). Γιατί τόσος καιρός; Έτυχε. Δεν είχα κάτι, δεν το σκέφτηκα, και άφησα να κυλήσει χρόνος. Δεν είναι και τραγικό. Αν κάνεις μικρές συμμετοχές σε άλλους δίσκους, δείχνεις ότι εξελίσσεσαι. Αυτό μπορούσα να το συνεχίσω ακόμα, αλλά θεώρησα ότι ο κόσμος ζητάει κάτι παραπάνω. Από την άλλη, απλώς δεν είχα τα μέσα για να κάνω κάτι. Φοβόμουν, γιατί παρόλο που φαίνεται ότι είμαι «μπασμένη» μέσα σε όλο αυτό, δεν γνωρίζω και πολλά πράγματα όσον αφορά στη δισκογραφία. Είμαι λίγο άπειρη ακόμα, και ελπίζω να παραμείνω έτσι.
Στον καινούργιο σου δίσκο συνυπάρχουν πολλά διαφορετικά στοιχεία: Τούντας, Βαμβακάρης, Γονίδης, Στόκας, Περίδης, καινούργια τραγούδια - με τον Δημήτρη Ζερβουδάκη, την Dilek Koc και το Ποντιακό. Τι συνδέει όλ’ αυτά τα ακούσματα; Θέλαμε να δείξουμε ότι η μουσική γλώσσα ουσιαστικά είναι μία. Σίγουρα θα σου αρέσουν κάποια τραγούδια παραπάνω σ’ έναν δίσκο, αλλά βάζεις κάτι ακόμα, κυλάει ωραία, και ακούς πολλά πράγματα που μεταξύ τους έμοιαζαν ασύνδετα αρχικά, όμως είναι συνδεδεμένα. Δηλαδή, ο Πρόσφυγας, των Νάκη Πετρίδη και Μάρως Μπιζάνη (σε πρώτη εκτέλεση Μανώλη Αγγελόπουλου), είναι συνδεδεμένος με το Ποντιακό, και τα βάλαμε κοντά στον δίσκο, γιατί αυτό ακριβώς θέλαμε να δείξουμε. Είναι τραγούδια που αγαπώ και μου φαίνεται ότι θ’ αρέσουν και στον κόσμο, από την άποψη ότι πρόκειται για κάτι πρωτότυπο, σαν αφιέρωμα στον ελληνικό ήχο.
Πώς ακριβώς εννοείς την ελληνικότητα; Το τραγούδι με την Dilek Koc, ας πούμε, παρόλο που το μισό είναι στην τουρκική γλώσσα, είναι εμπνευσμένο από μια πραγματικότητα. Υπάρχουν ακόμα Έλληνες στην Πόλη ή στη Μικρά Ασία που δεν γνωρίζουμε και ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ. Υπάρχει, λοιπόν, μια συνέχεια στην έννοια της ελληνικότητας, η οποία περνάει μέσα από τη μουσική, κυρίως τη βυζαντινή, τα παραδοσιακά, το λαϊκό. Όλο αυτό είναι σαν ψηφιδωτό, που άμα βγάλεις ένα πετραδάκι θα σου φαίνεται ότι κάτι υπάρχει κενό. Έτσι το σκέφτηκα.
Σήμερα, δεδομένης της εμπορικής τάσης για μια μουσική γλώσσα ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα, στης οποίας το λεξιλόγιο κυριαρχούν αισθητικά μέτρα τύπου Eurovision, πώς ανακτάς τη χαμένη ελληνικότητα; Προσπαθώντας να χρησιμοποιείς ελληνικά όργανα κυρίως, και οι στίχοι να μη σε προσβάλλουν. Να είναι λέξεις ελληνικές τουλάχιστον. Και, μουσικά, αν βάλεις μπουζούκι, αν βάλεις βιολί, σαντούρι… Στον δίσκο που κάναμε με τον Βαγγέλη Καραπέτρο και τον Δημήτρη Καρρά θ’ ακούσεις και κανονάκι, θ’ ακούσεις γκάιντα, θ’ ακούσεις πολλά, και όχι ηλεκτρονικά. Όργανα που μας θυμίζουνε πράγματα. Δεν έχει σημασία μόνο αν είναι ελληνικά. Το καβάλι υπάρχει στην Τουρκία, στη Βουλγαρία, ίσως και στη Σερβία, και μακάρι να υπάρχει, γιατί είναι η γειτονιά μας τα Βαλκάνια. Από ’κεί και πέρα, γιατί να βάλεις ένα ψεύτικο, άψυχο όργανο και να μη βάλεις έναν παίχτη που θα σου δείξει την ψυχοσύνθεσή του παίζοντας με τον δικό του τρόπο ένα ταξίμι. Αυτό κυρίως ορίζουμε ως ελληνικότητα, και το να έχουν οι στίχοι νοήματα. Δηλαδή, αυτό προσπαθούμε τουλάχιστον.
Ένα σύγχρονο ρεύμα της διεθνούς δισκογραφίας είναι να ενοποιεί μουσικά είδη, ασύνδετα στην πραγματικότητα μεταξύ τους, προβάλλοντας κάποια τοπικά στοιχεία. Μπορεί κανείς να πει ότι το παραδοσιακό τραγούδι είναι το ελληνικό «ethnic»; Νομίζω πως είναι καλύτερα για μια μουσική να αρέσει γι’ αυτό που είναι και όχι επειδή είναι «εθνική». Να μπορεί να την ακούσει και ο Τούρκος, ο Σέρβος και ο Ισραηλινός. «Εμείς τραγουδάμε», που λέει ο Ρίτσος και ο Λεοντής, «για να σμίξουμε τον κόσμο»(3). Όχι με την έννοια την εθνικοπατριωτική. Δεν ξέρω αν τα παραδοσιακά είναι το «ethnic» της Ελλάδας, γιατί δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις κάτι που έχει τόσα ακούσματα, όλα μαζί ανακατεμένα, σαν κάτι «εθνικό». Το να πάρεις μια λούπα και να βάλεις από πάνω έναν αμανέ δεν νομίζω να είναι και τόσο ελληνικό. Σε «φτιάχνει» όμως, γιατί σου θυμίζει κάτι αν είσαι Έλληνας. Υπάρχουν και διάφορα άλλα με κραυγές και τέτοια, που δεν μπορώ να τα δεχτώ ως ethnic, δηλαδή ως παραδοσιακή κουλτούρα των Γάλλων, για παράδειγμα. Θα πάρω ν’ ακούσω Edith Piaf. Όσον αφορά στα παραδοσιακά κομμάτια, όταν ασχοληθείς θα συναντήσεις πολλά κοινά μεταξύ τους. Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδερφού υπάρχει σε παραλλαγές σε όλα τα Βαλκάνια. Επίσης, ο Σκάρος, ένας ποιμενικός οργανικός σκοπός, όπου τα όργανα προσπαθούν να μιμηθούν ήχους των ζώων, υπάρχει όπου και να πας, από τη Ρουμανία μέχρι τον Λίβανο και πιο κάτω.
Η πιο γνωστή σου πλευρά έχει να κάνει με το παραδοσιακό τραγούδι. Έχεις, ωστόσο, και μια άλλη που ακουμπάει στο λεγόμενο έντεχνο. Έχεις προφανώς και άλλες. Προς τα πού κοιτάζουν; Κυρίως προς το λαϊκό. Οι καλλιτέχνες που έχω ως πρότυπα έχουν την ίδια αντίληψη. Δηλαδή, η Ελένη Βιτάλη, η Γλυκερία, η Αλεξίου, τα τραγουδάνε όσο μπορούν όλα. Η βάση τους είναι τα παραδοσιακά, αλλά έχουν κάνει ερμηνείες ανεπανάληπτες στη σύγχρονη ελληνική δισκογραφία. Σίγουρα είναι άλλο να λες μπαϊντούσκα(4), ή μπάλλο, κι άλλο να λες ζεϊμπέκικο. Πιστεύω, όμως, ότι δεν είναι πολύ μεγάλη διαφορά, άμα ξέρεις να είσαι αφαιρετική όπου χρειάζεται.
Στο σπίτι σου, για ψυχαγωγία, ευχαρίστηση, ή σε προσωπικές στιγμές -όχι για δουλειά, δηλαδή- τι ακούς; Τα πάντα. Και Beyonce και (Christina) Aguilera, και (Celine) Dion και (Whitney) Houston, ή Stevie Wonder, που είναι μια εξέχουσα φυσιογνωμία της αμερικανικής κουλτούρας, αλλά και Michael Jackson• τώρα που πέθανε με είχε πιάσει μια μανία. Προσπαθώ σε όλ’ αυτά να καταλάβω πιο πολύ τη μουσική γλώσσα τους. Ακούω όμως και άλλα πράγματα. Ο Μπαχ, ας πούμε, μου αρέσει πάρα πολύ. Από την άλλη, ακούω και Νίτσα Τσίτρα, ή Πουλικάκο και Αγγελάκα. Προσπαθώ κάθε φορά να καταλάβω τι θέλει να μου πει αυτό που ακούω, να το προσεγγίσω, να μάθω απ’ αυτό κάτι καινούργιο. Καλό είναι να ψάχνεσαι, γενικά.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια στροφή προς τα παραδοσιακά, και μάλιστα από νέους ανθρώπους. Σε τι οφείλεται; Όσοι ασχολούμαστε με τα παραδοσιακά αυτό ίσως να μην το καταλαβαίνουμε. Από την Αιτωλοακαρνανία και πάνω, ας πούμε, τα πανηγύρια δεν σταμάτησαν ποτέ να υπάρχουν, ακόμα κι αν έχουν αλλάξει κάπως τα τελευταία χρόνια. Μπορεί για την Αθήνα και γενικά για τους αστικοποιημένους ανθρώπους να είναι μια επιστροφή, αλλά εμείς δεν το βλέπουμε έτσι, γιατί δεν θεωρήσαμε ποτέ ότι είχαμε ξεκοπεί από το παραδοσιακό τραγούδι. Το πανηγύρι για ’μάς είναι τρόπος ζωής. Ακόμα και εγώ, το καλοκαίρι μου το σκέφτομαι σύμφωνα με το πανηγύρι που πάω - όχι εκείνα τα πολυπληθή όπου γίνεται χαμός, μιλάω για «οικογενειακά» πανηγύρια. Η στροφή ίσως εξηγείται από το ότι η παράδοση είναι αστείρευτη• δεν εξαντλείται όσο και να τη μελετήσεις. Όχι μόνο στην Ελλάδα. Παράδοση υπάρχει από τον τρόπο που τρως μέχρι τον τρόπο που σκέπτεσαι. Για ’μένα, ουσιαστικά, και ο Αττίκ, ο Γούναρης, η Βέμπο, ο Τσιτσάνης και ο Βαμβακάρης είναι παράδοση. Η Σύρος δηλαδή, παρόλο που είναι στις Κυκλάδες, παράδοση δεν έχει μόνο τα βιολιά και τα νησιώτικα. Έχει και τα μπουζούκια• τον Βαμβακάρη.
Τα παραδοσιακά ή τα παλιά λαϊκά τραγούδια κάνει να τα «πειράζουμε»; Να τα διασκευάζουμε, ή ακόμα και να τα «παντρεύουμε» με ήχους σύγχρονους, ή πρέπει να τα αφήνουμε ανέγγιχτα, έτσι όπως τα είπαν οι πρώτοι διδάξαντες; Καλό είναι να ξέρεις πώς τα είπαν οι πρώτοι διδάξαντες, και η διασκευή να γίνεται όπως σου βγαίνει. Να μην προσπαθείς, όμως, να κάνεις κάτι μόνο για το κάνεις• χωρίς ουσία. Πολλές φορές μού έχουν πει «Τι κάνεις εσύ, βρε Αρετή; Ο άλλος παίζει με το κλαρίνο Scorpions». Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους Scorpions, αλλά δεν μπορείς να παντρέψεις έτσι αβασάνιστα το ένα πράγμα με το άλλο. Πρέπει να το κάνεις με σεβασμό, με τρόπο. Από την άλλη, δεν πρέπει να φτάνουμε στα άκρα. Στα παραδοσιακά είναι «κάστες» που δεν σου επιτρέπουν να βάλεις ούτε κιθάρα. Σου λένε «πρέπει να διαλέξεις με ποιους θα είσαι». Με τους από ’δώ, «που παίζουμε τα γνήσια», ή…; Δεν σ’ αφήνουν να κάνεις αυτό που θες. Εγώ πιστεύω πως οποιοδήποτε όργανο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά προσοχής. Στο σχολείο του Αριστείδη Μόσχου είχαμε τέτοια αντίληψη. Παίζαμε, ας πούμε, μπάλλο με πιάνο. Είχαμε και τσέλλο, είχαμε κοντραμπάσο, είχαμε όμως και μπουζούκι, λύρα, ούτι και κανονάκι. Σήμερα μόνο μία ορχήστρα είναι τέτοια, η Εστουδιαντίνα, και γι’ αυτό πιστεύω πως, αν όλα λειτουργήσουν προς όφελος της, θ’ αφήσει εποχή.
Κατά μία έννοια, παράδοση είναι η λαϊκή πραγματικότητα του χτες, που σε κάποιες περιπτώσεις έγινε σημείο αναφοράς για το σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο, αν δημιουργείται και σήμερα κάτι που αύριο ίσως γίνει μέρος της μουσικής παράδοσης, πού υπάρχει περίπτωση να το συναντήσουμε; Στην επαρχία κυρίως. Από πρόσωπα, έναν πολύ ωραίο δίσκο έχει κάνει η Γιώτα Γρίβα, η οποία κατ’ εμέ είναι μεγάλη τραγουδίστρια. Είναι μουσικός πρώτα απ’ όλα, παίζει πολύ καλά πιάνο, και έχει τελειώσει ό,τι υπάρχει όσον αφορά στα πτυχία της. Έχει την παράδοση τη σαρακατσαναίικη, τα καμπήσια που λέμε. Μια άλλη πολύ καλή τραγουδίστρια, που θα φανεί πιστεύω στο μέλλον, είναι η Πελαγία Νικολαΐδη, κόρη του μεγάλου τραγουδιστή στα ποντιακά Στάθη Νικολαΐδη. Επίσης, τον τελευταίο καιρό έχω πάθει πλάκα με μία παρέα από τα Γιάννενα, γνωστοί ενός φίλου μουσικού, του Γιώργου Κωτσίνη. Είναι παίχτες ωραίοι, μελετάνε, κι έχουν αυτό που λέμε: του «μουζικάντη».
Τι διαφορά έχει ο μουζικάντης από τον μουσικό; Για ’μένα δεν έχει. Απλώς, είναι της πιάτσας ο μουζικάντης. Παίζει στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Θα πάει να παίξει σ’ έναν γάμο, θα παίξει σε μια βάφτιση. Κάτι ανάλογο, δηλαδή, με αυτό που έχει ο Γκόραν Μπρέγκοβιτς, την «Μπάντα για γάμους και κηδείες». Αυτός, βέβαια, το πάει στο άκρο…
Εκεί που είναι η ζωή, δηλαδή. Ουσιαστικά, ναι. Δεν κάνεις μουσική μόνο για τον εαυτό σου. Πρέπει να κάνεις και για τους άλλους. Εμένα, για πολλούς λόγους, με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που είναι μερακλήδες. Έλεγα κάποτε ένα τραγούδι που έγινε γνωστό από τη Γλυκερία, τη Γυφτοπούλα στο Χαμάμ, του Μπάτη(5), που το ήξερε και η γιαγιά μου η Αρετή. Ο πατέρας της ήτανε μουσικός, κι όταν ερχόταν η Ρίτα Αμπατζή στο χωριό τη φιλοξενούσε η βάβω μου. Απ’ αυτήν το είχε μάθει και, όταν το έβγαλε ξανά η Γλυκερία, το τραγουδούσε γιατί της θύμιζε τα νιάτα της. Το θεωρούσε και αυτό παραδοσιακό, παρόλο που ήταν ρεμπέτικο. Αν είσαι μερακλής, οτιδήποτε καλοφτιαγμένο ακούς το σέβεσαι.
Ένας τρομπετίστας(6) της αμερικάνικης τζαζ, που παράλληλα τραγουδούσε με χαρακτηριστική αθωότητα και ευαισθησία εφήβου, έχει πει σχολιάζοντας τον «διχασμό» του ανάμεσα στο τραγούδι και την τρομπέτα «δεν ξέρω αν είμαι ένας τρομπετίστας που τραγουδάει, ή ένας τραγουδιστής που παίζει τρομπέτα». Τηρουμένων των αναλογιών, είσαι μια σαντουριέρισσα που τραγουδάει, ή μια τραγουδίστρια που παίζει σαντούρι; Δύσκολη ερώτηση• δεν νομίζω να την απαντήσω ποτέ. Γιατί από τη μία βλέπω ότι το τραγούδι αρχίζει και παίρνει τη δικιά του ροή μέσα μου -κι αυτό σαφώς έπρεπε να γίνει και θα γίνει- ενώ από την άλλη είμαι σαντουριέρισσα• δεν μπορώ να πάψω να παίζω σαντούρι. Μου φαίνεται τουλάχιστον τραγικό να δω τον εαυτό μου ξεκομμένο από το σαντούρι. Αν το πάρουμε και διαφορετικά, πάντα πίστευα ότι θα γίνω μια καλή δασκάλα στο σαντούρι, κι αυτό είναι τ’ όνειρο μου. Τώρα, όσον αφορά στη φωνή, ίσως υπάρχει μια δική της εξέλιξη στη διαδρομή μου.
Αν όλο αυτό που κάνεις είναι ένα ταξίδι, ξέρεις προς τα πού πηγαίνει; Θέλω να παίζω με ανθρώπους που έχουμε κοινή ιδεολογία, πέρα από τη μουσική. Δεν μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που τα κοιτάνε όλα με βάση την καριέρα, γιατί από τότε που ξεκίνησα, πριν ακόμα τα δώδεκά μου, στα έξι-εφτά, δεν το έβλεπα έτσι, σαν καριέρα, λεφτά, δόξα. Ήθελα να βγαίνω, να παίζω τη Σαμιώτισσα και μετά να γυρίζω σπίτι, να παίζω με τις κούκλες μου. Δεν το έβλεπα διαφορετικά. Βέβαια, οι κούκλες έχουν κάπως μεταλλαχτεί, έγιναν σιδέρωμα, πλύσιμο, μαγείρεμα… Δηλαδή, είμαι μια καλή μαγείρισσα που παίζει και μουσική. Αυτό. Σε παλιότερη συνέντευξή(7) σου σε ρωτούν αν πιστεύεις πως οι άνθρωποι της πόλης μπορούν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον τους για τα παραδοσιακά και τα μοιρολόγια. Απαντάς «Με όλη αυτή τη βιομηχανία που μας κάνει να φοβόμαστε τον θάνατο, είναι δύσκολο να βρουν τόπο τα μοιρολόγια. Τώρα οι άνθρωποι κάνουν τα πάντα για να δείχνουν νέοι και να μη γεράσουν• ποιοι θα τραγουδήσουν τα μοιρολόγια;» Πολλές φορές κάνω «βαρύγδουπες» δηλώσεις και μετά διάφοροι λένε «Μα τι είναι αυτά που λέει ένα μικρό παιδί!» Ήμουνα πιο μικρούλα όταν τα είπα αυτά, όμως είναι δεδομένο ότι μεγαλώνουμε. Ο χρόνος είναι αεικίνητος. Θα πω, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει; Αφού υπάρχει. Το ζήτημα είναι πώς εσύ το αντιμετωπίζεις μέσα σου. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν ξέρεις πώς θα εξελιχτεί η ζωή σου, και οι άνθρωποι, καλώς ή κακώς, είναι προσηλωμένοι στο «τώρα». Αλλά δεν ξέρω γιατί θα πρέπει να διαρκούμε για πάντα. Ωραίο θα ήτανε να ζούσε ο Μπαχ, να τον συναντούσα και να του έλεγα «Πώς τα ’γραψες, μωρέ αδερφέ, όλ’ αυτά τα πράγματα; Μάθε με και ’μένα να τα λέω». Και την Ουμ Καλσούμ θα ήθελα πολύ να συναντήσω, όπως και τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο(8)• αλλά δεν πειράζει. Σημασία έχει να μη φεύγεις πολύ γρήγορα. Να προλαβαίνεις να κάνεις κάτι.
Αρετή Κετιμέ - Με τη φωνή της Αρετής (Legend)
Δεύτερος προσωπικός δίσκος της Αρετής Κετιμέ, είναι ουσιαστικά ο πρώτος της ολοκληρωμένος -μεγάλης διάρκειας, όπως θα λέγαμε παλιότερα- έξι χρόνια μετά το Τραγούδι της Αρετής (2003, Minos-EMI) και επτά από την πρώτη της εμφάνιση στη δισκογραφία με τον Γιώργο Νταλάρα (Από καρδιάς, 2002, Minos-EMI). Το κορίτσι που στα δώδεκά του χρόνια εντυπωσίασε το πανελλήνιο μοιάζει να βρίσκεται σε νέα φάση της καλλιτεχνικής του πορείας. Έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος από τα σημερινά είκοσί της χρόνια μέσα στη μουσική -σε μαθητεία πλάι στον Αριστείδη Μόσχο, σε εμπειρία συνεργασίας με σπουδαίους εκτελεστές και ερμηνευτές και συμμετοχές σε αρκετούς δίσκους, συναυλίες και εκδηλώσεις, μεταξύ των οποίων η τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας της Αθήνας-, θέτει δικαίως και ανάλογα προσωπικά στοιχήματα, τα οποία μετουσιώνονται σ’ έναν δίσκο πολυσυλλεκτικό, το υλικό του οποίου αποτελούν κυρίως επανεκτελέσεις παραδοσιακών και λαϊκότροπων εν γένει τραγουδιών, συν τρεις καινούργιες συνθέσεις. Από την πρώτη ακρόαση του δίσκου -ακόμα και από τον τίτλο- γίνεται φανερό πως το κέντρο βάρους έχει σαφώς μετατοπιστεί στην ερμηνεία. Το δε σαντούρι της Αρετής λειτουργεί υποστηρικτικά ή τονίζοντας διακριτικά, ενώ σε πέντε από τα έντεκα τραγούδια απουσιάζει. Σε ό,τι αφορά τη συνολική μουσική άποψη, η γραμμή που υπερισχύει είναι η παραδοσιακή φόρμα, ακόμα και στα μέρη που έχουν περισσότερο να κάνουν με τον λεγόμενο «έντεχνο» χώρο, υποδηλώνοντας τη σκέψη πως όλα είναι συνέχεια της παράδοσης. Μια ιδέα που ακόμα κι αν δεν αποδέχεται κανείς ολοκληρωτικά -γιατί άλλο να θεωρείς πως όλα έχουν βάση την παράδοση και άλλο να εκφράζεσαι μουσικά μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση- μπορεί να αναγνωρίσει πως στη συγκεκριμένη δισκογραφική πρόταση λειτουργεί. Καταρχάς, γιατί υποστηρίζεται από τη λιτή και άμεση ερμηνεία της Αρετής, ακόμα και όταν το υλικό που αντιμετωπίζει έχει τη βαριά σκιά των πρώτων εκτελέσεων (Μανώλη Αγγελόπουλου, Μάρκου Βαμβακάρη κ.ά.) Παράλληλα, υπογραμμίζεται από τη δεξιοτεχνία σπουδαίων μουσικών όπως οι Γιάννης Βασιλόπουλος, Γιώργος Ζέρβας, Δημήτρης Καρασαββίδης, Γιώργος Κωτσίνης κ.ά. Τέλος, ολοκληρώνεται από την ευρηματική συμμετοχή ερμηνευτών όπως ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, η Dilek Koc, ο Παναγιώτης Λάλεζας και ο Δημήτρης Καρασαββίδης. Στο θετικό αποτέλεσμα συμβάλλουν καθοριστικά ο Βαγγέλης Καραπέτρος που, εκτός από την ενορχηστρωτική ευθύνη ανέλαβε και την ηχοληψία, και ο Δημήτρης Καρράς, στη διεύθυνση παραγωγής. Άρτιος ο δίσκος της Αρετής Κετιμέ, με γεγονός πως οι πιο λαμπρές στιγμές του είναι οι νέες συνθέσεις που περιλαμβάνει (Βόρειος καημός, του Δημήτρη Καρρά, με τη συμμετοχή του Δημήτρη Ζερβουδάκη, Μια στιγμή των Σοφίας Νάτσιου-Dilek Koc και Σον Θεό εφτάγω τάμα, των Κυριάκου Παπαδόπουλου-Γιώργου Μαυρίδη, με τη συμμετοχή του Δημήτρη Καρασαββίδη).
Υποσημειώσεις 1. Ο βιρτουόζος πιανίστας σε 60 ασκήσεις, εγχειρίδιο του Charles Louis Hanon (1819 1900). 2. Το τραγούδι της Αρετής (2003, Minos-EMI), περιορισμένης διάρκειας (EP). 3. Και να αδερφέ μου, από το Καπνισμένο Τσουκάλι (1975, Columbia). 4. Θρακιώτικος χορός. 5. Από τα ελάχιστα φωνογραφημένα τραγούδια του Μπάτη. Πρώτη εκτέλεση του ιδίου περί το 1934. 6. Chesney Henry «Chet» Baker Jr. (1929-1988). 7. Στο www.musicale.gr του Διαδικτυακού Πολιτιστικού Κέντρου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 8. Πέτρος ο Πελοποννήσιος ή Λαμπαδάριος (περ.1730-1777). Διαπρεπής μελοποιός και μέγιστος μουσικοδιδάσκαλος του 18ου αιώνα, με προσφορά που θεωρείται ανεκτίμητη στη διάσωση του εκκλησιαστικού, κυρίως, αλλά και του κοσμικού βυζαντινού μέλους. |