 Συνέντευξη στον Γιάννη Ξυνόπουλο
O Νίκος Νομικός, όλα τα χρόνια της καριέρας του, διαμόρφωσε ένα προφίλ τρυφερού ερωτικού τραγουδιστή, και το υπερασπίστηκε με σθένος και συνέπεια. Ωστόσο, ερμήνευσε συχνά και καθαρόαιμα λαϊκά τραγούδια, αφήνοντας παρακαταθήκη πολλές όμορφες ηχογραφήσεις. Στις εμφανίσεις του στη νύχτα συμμετέσχε σε σχήματα πρώτης γραμμής: με τον Βοσκόπουλο, τον Μενιδιάτη, τον Πουλόπουλο, τον Ζαμπέτα, τη Διαμάντη, τη Δούκισσα, τον Αντύπα, τον Αδαμαντίδη, τον Γονίδη, κ.ά. Παιδάκι ακόμα μπήκε στη δισκογραφία, το 1962, με τον Απόστολο Καλδάρα, ερμηνεύοντας το Ο Νικόλας το τζιτζίκι, στην πίσω όψη του 45αριού με τη μεγάλη επιτυχία του Μιχάλη Μενιδιάτη Μην περιμένεις πια. Αρκετά χρόνια μετά, πάλι με τον Απόστολο Καλδάρα, σε στίχους Πυθαγόρα, έκανε το lp Σήμαντρα, όπου μοιράστηκε τις ερμηνείες με τη Βίκυ Μοσχολιού. Από εκεί και πέρα ξεκινάει μια ανοδική πορεία και συνεργάζεται στον πρώτο προσωπικό του δίσκο με συνθέτες όπως ο Μίμης Πλέσσας, ο Δημήτρης Ξαπλαντέρης και ο Ανδρέας Πρέζας, όμως η επιτυχία έρχεται λίγο αργότερα με τη συνεργασία του με τον Γιώργο Κριμιζάκη, το 1979, στο lp Ένα Αστέρι Γεννιέται, και αμέσως μετά με την περίφημη Δροσοσταλιά. Τα σουξέ διαδέχονται το ένα το άλλο. Τραγούδια των Μάριου Τόκα - Σαράντη Αλιβιζάτου στα Βοριαδάκια, τραγούδια του Γιάννη Σπανού (Κάτι βράδια, Μέρα μεσημέρι), των Θανάση Πολυκανδριώτη - Γιάννη Πάριου (Αν ήμουνα εγώ), Νίκου Ιγνατιάδη (Θάλασσα θάλασσα), Αντώνη Στεφανίδη, πολλά από αυτά σε στίχους Σώτιας Τσώτου και Σαρ. Αλιβιζάτου (Ζήτω μου, Καλημέρα πίκρα) αλλά και άλλων τραγουδοποιών όπως του Μάνου Ξυδούς από τους Πυξ Λαξ (Θέλω τα μάτια της να τα ξεχάσω), του Δημήτρη Ζμπέκου από τους Ζικ Ζακ (Πάμε βόρεια), του Γιάννη Νικολάου (Απόψε γίνε), τραγούδια των Στέλιου Ρόκου, Γιάννη Παρίση (Άκου πώς φυσάει) μέχρι και αρκετά του σπουδαίου λαϊκού συνθέτη Αντώνη Ρεπάνη, με κορυφαίο το διαχρονικό Όλες οι αγάπες μου.
Καπετάνιος; Πρώην.
Σας έμεινε όμως αυτό• σας ακολουθεί. Αρκετοί που αναφέρονται σε ’σάς σας προσφωνούν καπετάνιο. Ναι, ξέρουν ότι κάποτε υπήρξα ναυτικός.
Σας άλλαξε ως καλλιτέχνη; σας επηρέασε; Δεν νομίζω ότι με άλλαξε, απλά μού άφησε μια μελαγχολία, γιατί οι ναυτικοί είναι μελαγχολικοί. Λείπουν από τις οικογένειες, πάντα ποθούν να γυρίσουν στην πατρίδα, και είναι συναισθηματικά άτομα. Πιστεύω ότι ίσως είναι το καλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας…
Πόσα χρόνια υπηρετήσατε στη θάλασσα; Έκανα τον ανθυποπλοίαρχο και τον υποπλοίαρχο, χωρίς δίπλωμα, γύρω στα πέντε χρόνια. Ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο.
Από το επίθετό σας συμπεραίνω ότι είστε νησιώτης; Και οι δυο μου γονείς είναι από νησιά. Ο πατέρας μου από τη Σχοινούσα και η μητέρα μου από τη Σύμη.
Συχνά στη ραδιοφωνική μου εκπομπή ακροατές μού ζητούν το Θησαυρέ μου. Ένα τραγούδι που ακούστηκε λίγο, αλλά ζητιέται πολύ… Πιστεύω ότι είναι αδικημένο, γιατί το τραγούδι αυτό ξεκίνησε για να παίξει στους υπότιτλους ενός σίριαλ, έπαιξε κανα-δυο επεισόδια και μετά κόπηκε το σίριαλ και κόπηκε και ο δίσκος. Είναι το παράπονό μου γιατί μου το ζητάνε σε ζωντανές εμφανίσεις μου.
Ασχολείστε χρόνια με το ελληνικό τραγούδι… Ο Νικόλας το τζιτζίκι… Από μικρό παιδί… (γέλια)
Έχετε αναμνήσεις από αυτό το 45αράκι, κύριε Νομικέ; Ναι, ήμουνα μικρός, είχαμε πάει με τον Γιώργο Κοινούση στο σπίτι του Απόστολου Καλδάρα, με έβαλαν και τραγούδησα κι έγινε αυτό το λαϊκό-παιδικό τραγούδι που άφησε εποχή... Όταν ταξίδεψα, μετά από πολλά χρόνια, βρέθηκα στην Ιαπωνία και το άκουσα σ’ ένα μπαράκι, όπως και στην Αργεντινή επίσης. Στην Πάτρα ένα φεγγάρι βγάζανε διάφορες ιστορίες γι’ αυτό το τραγούδι• ότι «είχε πεθάνει», λέγανε... Δεν τους έλεγα ότι το έχω τραγουδήσει εγώ• τους άφηνα να πιστεύουν ό,τι θέλουν.
Έχει κάποιο κρυφό νόημα αυτό το τραγούδι; Ναι, κάνει περήφανο τον πατέρα, «όλα είναι πληρωμένα και ο μπαμπάς έχει για ’μένα», και το τραγουδούσαν τότε οι πατεράδες για τους γιους τους. Νομίζω ότι αγαπήθηκε από το κοινό.
Δεν υπήρξε όμως συνέχεια. Μα ήμουν πιτσιρίκι, τη συνέχεια μπορούσε να υπάρξει…
Εννοώ αργότερα• όταν ενηλικιωθήκατε. Δεν έτυχε, γι’ αυτό και μπάρκαρα.
Ο Καλδάρας, όμως, δεν σας άφησε... Ναι, κάναμε τα Σήμαντρα, στην Columbia το 1976, όπου έλεγα πέντε τραγούδια εγώ και επτά η Μοσχολιού. Ένας δίσκος πάρα πολύ καλός.
Από σύμπτωση ή το επιδιώξατε; Είχα κάνει συγγενικές, φιλικές σχέσεις με τον Απόστολο. Πήγαμε να τον δούμε και μου είπε «Έχω κάτι τραγούδια• θέλω να τα πεις»• και τα είπα.
Σπουδαία αρχή. Πάρα πολύ σπουδαία. Για έναν καινούργιο τραγουδιστή ιδίως, γιατί με έβαλε στην πλάτη του και με πέρασε μέσα από τα συρματοπλέγματα που υπήρχαν τότε στις μεγάλες εταιρείες. Δεν μπαίνανε εύκολα νέα πρόσωπα. Αλλά το ειδικό βάρος του Καλδάρα ήταν μεγάλο.
Τα επόμενα βήματα; Μετά ήρθε ο πρώτος προσωπικός δίσκος, με τίτλο Ένα Κι Ένα, με συνθέσεις του Πλέσσα, του Ξαπλαντέρη, του Πρέζα. Ξαναταξίδεψα, και το 1979 βρέθηκα πάλι στην Columbia και ηχογράφησα το άλμπουμ Ένα Αστέρι Γεννιέται, με τραγούδια αυτή τη φορά του Γιώργου Κριμιζάκη και της Σώτιας Τσώτου, και μερικές μεταγλωττίσεις σε τραγούδια του Ιγκλέσιας. Μπορώ να πω ότι εκείνος ο δίσκος καθόρισε το στίγμα μου σ’ αυτό τον χώρο, στο ερωτικό τραγούδι, και συνέχισα.
Στον δρόμο των επιτυχιών, πια. Μετά κάναμε τη Δροσοσταλιά, τα Βοριαδάκια, με τον Μάριο Τόκα και τον Σαράντη Αλιβιζάτο, και ο ένας δίσκος έφερνε τον άλλο, το Όλες Οι Αγάπες μου, το Κάτι Βράδια, το Πώς Να Σε Ξεχάσω.
Η συνεργασία με τους Πυξ Λαξ, το 1993, πώς ήρθε; Αιτία ο φίλος Μάνος Ξυδούς. Είχανε φτιάξει τότε τους Πυξ Λαξ, αυτό το καταπληκτικό συγκρότημα. Έρχονται, λοιπόν, μια μέρα με τον Μπάμπη τον Στόκα στο σπίτι και μου λένε «Άκου ένα τραγούδι, θες να το πεις;» Ε, μόλις το άκουσα…
Νομίζω και αυτό χαρακτήρισε την καριέρα σας. Αν και μεταγενέστερο. Μάλλον ναι. Έγινε μεγάλη επιτυχία για εκείνη την εποχή. Νομίζω ότι είναι ένα τρυφερό τραγούδι που παίζεται ακόμα.
Αρκετός κόσμος αποφαίνεται με θετικά λόγια για εσάς, κύριε Νομικέ. Λένε ότι είστε καλός τραγουδιστής αλλά και «καλό παιδί». Είναι σημαντικό για εσάς να ακούτε από συναδέλφους καλά λόγια; Αυτή η δουλεία έχει πολύ «καλάμι», φίλε μου• έχει πολλά φώτα και σε τρελαίνουνε. Πρέπει να είσαι έτσι φτιαγμένος να μην «απογειωθείς», γιατί μετά η προσγείωση είναι ανώμαλη και πολλές φορές οδυνηρή. Δεν μ’ αρέσει να πειράζω ανθρώπους, και φαίνεται ότι αυτό το εκτιμούν, γι’ αυτό λένε ότι είμαι καλό παιδί.
Όταν ξεκινήσατε το τραγούδι με ποιους άλλους τραγουδιστές εκείνης της περιόδου βρεθήκατε μαζί; Με τον Αδαμαντίδη, τον Κλωναρίδη και την Άννα Βίσση, που είχε κάνει καριέρα ήδη με τραγούδια του Κουγιουμτζή συνεργαζόμενη με τον Γιώργο Νταλάρα, αλλά εκείνη την περίοδο ξεκινούσε την προσωπική της διαδρομή.
Έχουν αλλάξει τα πράγματα από εκείνη την εποχή; Νομίζω έχουν αλλάξει πάρα πολύ• προς το χειρότερο. Τότε η εταιρεία σε αγκάλιαζε και σε έβλεπε όχι σαν μιας χρήσης τραγουδιστή. Διάλεγες τραγούδια με την ελπίδα ότι θα μπορείς να τα πεις και μετά από δέκα χρόνια. Τώρα σουξεδάκι να ’ναι και ό,τι να ’ναι, και ας αντέξει τρεις μήνες.
Θέλετε να μας πείτε τι αναπολείτε από το παρελθόν σας; Θυμάμαι με νοσταλγία τα πρώτα μου βήματα. Ένα τραγούδι του Ενρίκο Μασίας που το μεταγλωττίσαμε και προκάλεσε αίσθηση. Ήταν τότε που ήμουν καινούργιος, και μόνο ο Κριμιζάκης μού έδινε δουλειές ενώ οι υπόλοιποι με απέφευγαν... Θέλανε φίρμες, και με το δίκιο τους οι άνθρωποι, γιατί θέλανε να έχουν και τις ανάλογες πωλήσεις. Τελικά, ακούστηκαν αυτά τα τραγούδια και πιστεύω ότι γενικά οι δημιουργοί και οι εταιρείες πρέπει να εμπιστεύονται τους νέους τραγουδιστές, όταν έχουν τα απαραίτητα προσόντα.
Από συζητήσεις με φίλους μουσικούς παραγωγούς καταλήξαμε ότι είστε ο ορισμός του ελαφρολαϊκού τραγουδιού στη νεότερη δισκογραφία. Μακάρι να είναι έτσι τα πράγματα... Σ’ ευχαριστώ, και το παίρνω ως φιλοφρόνηση. Απλά, τραγουδούσα τραγούδια που με άγγιζαν, που κάτι λέγανε σε ’μένα. Παίζει ρόλο και η τύχη, βεβαίως, αλλά παίζει ρόλο και πού τοποθετείς τον εαυτό σου κάθε φορά. Πιστεύω ότι καθένας κρίνεται από τις προσωπικές του επιλογές. Νομίζω ότι κάθε καλλιτέχνης έχει διπλή καριέρα. Την καριέρα στη δισκογραφία, και την καριέρα στην πίστα, στο μαγαζί. Ακριβώς, υπάρχουν τραγούδια που δεν μπορείς να τα πεις εύκολα σ’ ένα ζωντανό πρόγραμμα, γιατί εκεί θέλουν κεφάτα κομμάτια, ρυθμικά και λαϊκά.
Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από το τραγούδι Το πιο πικρό μου δάκρυ κύλησε; Ορισμένα τραγούδια εν τη γενέσει τους μου θύμιζαν κάποια πράγματα στη ζωή μου, και μπορώ να πω ότι τα περισσότερα είναι... ή, τέλος πάντων, αρκετά είναι προσωπικές εμπειρίες.
Αυτό συνήθως το λένε οι δημιουργοί, όχι οι ερμηνευτές. Ε, ναι, αλλά εγώ διαβάζοντας τον στίχο φέρνω πάνω μου κάποια πράγματα, περνάνε μέσα μου, κάτι μου θυμίζουν.
Στις πίστες της Αθήνας πώς πήγαν τα πράγματα; Ήμουν τυχερός γιατί ξεκίνησα από τη «Φαντασία», ένα μαγαζί-σταθμός στη νυχτερινή διασκέδαση. Έκανα επτά σεζόν εκεί. Με διάφορα σχήματα, που συγκροτούσαν κορυφαίοι ερμηνευτές και μουσικοί.
Μιλάμε για ποια εποχή; Από το 1980 και μετά. Με πάρα πολλούς έχω συνεργαστεί και έχω πάρει απ’ αυτούς. Τους ευχαριστώ.
Κρατήσατε επαφές; Με τους περισσότερους, ναι. Αν και οι καλλιτέχνες μετά τη νύχτα, τη μέρα, δεν κάνουνε παρέα, γιατί έχουν τα οικογενειακά τους. Πρέπει να δουν τους δικούς τους ανθρώπους. Δεν γίνονται πολλές φιλίες μεταξύ τραγουδιστών, αλλά υπάρχει αλληλοεκτίμηση. Ο καθένας ξέρει τον ρόλο του άλλου.
Και εσείς είστε παντρεμένος, και έχετε δύο παιδιά… Είμαι ευτυχισμένος γιατί βγήκανε καλά τα παιδιά μου• και τα δύο. Ο γιος μου ο Νικήτας τελείωσε το πανεπιστήμιο με άριστα και πάει στην Αγγλία για μεταπτυχιακό. Η κόρη μου (σ.σ.: η star Ελλάς Δούκισσα Νομικού) τελειώνει τον Σεπτέμβριο το πανεπιστήμιο. Είμαστε μια φωλιά• ένα σπίτι με πολλή αγάπη.
Θέλει κόπο να κρατήσεις οικογένεια όταν είσαι καλλιτέχνης; Ο λόγος που τα παράτησα, που τραβήχτηκα, ήταν και αυτός. Στους περισσότερους καλλιτέχνες συμβαίνει να λείπουνε από τα παιδιά τους. Την ώρα που κοιμόμαστε εμείς ξυπνάνε αυτά, και το αντίστροφο. Εγώ διάλεξα να ασχοληθώ με τα παιδιά μου, να είμαι κοντά τους, να τα παρακολουθώ, και να αφήσω την καλλιτεχνική μου καριέρα σε δεύτερη μοίρα.
Ποιο τραγούδι, όχι δικό σας, «ζηλέψατε» περισσότερο; Το Ποτέ. Το είχε πει καταπληκτικά ο Μητσιάς. Ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη και της Λίνας Νικολακοπούλου. Ένα τραγούδι που το αγάπησα πολύ, σαν δικό μου, και το έβαλα σε προσωπικό μου δίσκο, αφού πρώτα ζήτησα άδεια, φυσικά.
Συνυπάρχει το ελαφρολαϊκό με το ζεϊμπέκικο καμμιά φορά; Ναι. Ένα τέτοιο μπορεί να θεωρηθεί το Ζήτω μου, του Αντώνη Στεφανίδη και της Σώτιας Τσώτου. Αυτό το τραγούδι δεν είναι μόνο για τους ναυτικούς που δουλεύουνε στα γκαζάδικα-φονιάδες. Είναι για όλους όσοι κάνουνε επικίνδυνη δουλειά, από τους ταξιτζήδες μέχρι τους οικοδόμους. Νομίζω τούς αξίζει ένα «Ζήτω!», γιατί παλεύουνε για τη ζωή.
Και αυτοί που κάνουν δυο και τρεις δουλειές τη μέρα; Ήρωες. Είναι ήρωες!
Πότε σταματήσατε τη δισκογραφία; Είμαι ουσιαστικά εκτός της δισκογραφίας πάνω από δέκα χρόνια. Από το 1995 και μετά. Τώρα, όμως, ετοιμάζω κάτι για να ικανοποιήσω και τα παιδιά μου.
Μεγάλωσαν πλέον. Μου λένε…
…φύγε απ’ το σπίτι; (γέλια) Όχι, μου λένε να κάνω έναν δίσκο. Τους αρέσουν τα παλιά μου τραγούδια, και προσπαθώ τώρα να κάνω πάλι ένα δισκάκι ψυχής.
Με ποιον τρόπο βρίσκετε τα τραγούδια σας; Τα ψάχνετε ένα ένα, ή πάτε σε κάποιον σύνθετη ώστε να γίνει ολοκληρωμένη δουλειά; Ένα ένα.
Πώς γίνεται; Ακούω τραγούδια από όπου κι αν έρχονται. Εάν περνάνε μέσα μου… τότε μπαίνω στη διαδικασία.
Επώδυνη διαδικασία;.. Ήδη ψάχνω τέσσερα χρόνια• ελπίζω ότι κάποτε θα τα βρω... Ας βγει ένας καλός δίσκος κι ας είναι όποτε• σε δέκα χρόνια...
Υπάρχουν πράγματα στη δισκογραφία σας για τα οποία έχετε μετανιώσει; Λάθη γίνονται. Μακάρι να μπορούσα να τα αποφύγω. Δεν θα αναφερθώ σε κάποια συγκεκριμένα, αλλά εντάξει, ανθρώπινα είναι κι αυτά.
Απορρίψατε τραγούδια που μετά τα ακούσατε από άλλον; Εννοείτε αν απέρριψα τραγούδια που μετά τα άκουσα να έχουν γίνει επιτυχίες… Όχι. Απεναντίας, ίσως συναισθηματικά έβαλα κάποια τραγούδια στους δίσκους μου που δεν θα έπρεπε να είχα βάλει.
Έχετε αλλάξει τρεις δισκογραφικές εταιρείες… Ήμουνα στην EMI, στην Columbia δηλαδή, από όπου έφυγα. Τσακώθηκα κάποια στιγμή, για κάτι διαφημιστικά του δίσκου, έφυγα, πήγα στην Polygram. Ήταν η εποχή που έδυε η Columbia και φύγαμε πολλοί καλλιτέχνες. Στην Polygram ηχογράφησα έναν δίσκο… Εκεί τσακώθηκαν οι δημιουργοί, κόπηκε και ο δίσκος! Έφυγα από την Polygram για να πάω στην MBI… Έκανα λάθη κι εγώ... Ίσως έπρεπε να μείνω στην EMI, γιατί εκεί «γεννήθηκα» και εκεί έπρεπε να τελειώσω.
Ποτέ δεν είναι αργά. Εντάξει, τώρα πέρασαν τα χρόνια... Έχουν αλλάξει και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις. Υπάρχει πια η Minos - EMI. Όταν κόψεις κάποιους δεσμούς από το 1995, τώρα να πάω μετά από 15 χρόνια να πω «γεια σας, ήρθα»…
Έτσι χαμηλών τόνων είστε πάντα; Ναι, είμαι χαμηλών τόνων, αρκεί να μην πειράξεις κάτι δικό μου, γιατί εκεί γίνομαι... γίνομαι πολύ… απρόβλεπτος.
Αν την καριέρα σας τη χωρίσουμε σε δεκαετίες, ποια θεωρείτε ότι είναι η καλύτερη σας; Η δεκαετία του 1980. Την επόμενη μισή (του ’90) την έχασα γιατί δεν ήμουνα πουθενά, ήμουνα εκτός... Ήταν η εποχή που τα παράτησα, που είπα ότι τα παιδιά μου μπαίνουνε στο λύκειο και δεν μπορώ να είμαι τόσο αδιάφορος για να τα αφήσω στην τύχη τους και ό,τι βγει. Έτσι απομακρύνθηκα σιγά σιγά και ασχολήθηκα μόνο με αυτά και τίποτ’ άλλο. Ακούτε τραγούδια σας; Στο αυτοκίνητό σας, λόγου χάρη… Όχι, δεν ακούω δικά μου…
Εντύπωση μου είχε προκαλέσει στα χρόνια του ’90 η κυκλοφορία ενός δίσκου που είχε το Γύρισε κοντά μου ντουέτο με έναν κλασικό λαϊκό ερμηνευτή και δημιουργό, τον Βαγγέλη Περπινιάδη… Εγώ άκουγα πάρα πολύ Περπινιάδη πιτσιρίκος• ήταν απ’ τους αγαπημένους μου, και ταίριαξε με το κάρμα αυτό. Μπήκε στο στούντιο και το είπε μια κι έξω• ήταν καταπληκτικός. Ο θεός να αναπαύσει την καρδούλα του. Αυτό το τραγούδι είναι ένα από τα αγαπημένα μου, γιατί τραγουδώ μαζί με τον αξέχαστο Περπινιάδη και δεύτερη φωνή κάνει η αδελφή μου, που τώρα είναι οδοντίατρος.
Ώστε δεύτερες έκανε η αδελφή σας, και δεν τραγούδησε ξανά ποτέ; Όχι, δεν τραγουδάει, είναι οδοντίατρος. Την είχα φωνάξει μια μέρα, το άκουσε και της άρεσε, και έτσι μού έκανε δεύτερη φωνή. Πολύ καλή...
Κύριε Νομικέ, σας ευχαριστώ παρά πολύ που με αφορμή αυτή τη συνέντευξη μου δώσατε την ευκαιρία να ψάξω τα τραγούδια σας ξανά απ’ την αρχή. Εγώ σ’ ευχαριστώ, και ελπίζω να κάνουμε και ένα άλλο ραντεβού όταν έρθει η ώρα για την καινούργια μου δουλειά. |