Γιώργος Αλτής - «Το λαϊκό τραγούδι επιβιώνει αλυσοδεμένο»
 

Του Θανάση Προβελέγγιου


Ο Γιώργος Αλτής, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και μέλος του κουαρτέτου μπουζουκιών Ραστ, μας παρουσίασε πρόσφατα τη δεύτερη προσωπική δισκογραφική του δουλειά, με τίτλο Λέει Η Ζωή… (κυκλοφορεί από τον Μετρονόμο).

Αν και προτιμά να εκφράζεται με το μπουζούκι του, αυτή τη φορά συναντηθήκαμε και μας μίλησε για τους συντελεστές του νέου του δίσκου, για το λαϊκό τραγούδι, αλλά και για τον τρόπο που ο ίδιος το βιώνει…

Στην πρώτη σου προσωπική δουλειά τραγουδούσε η Χαρά Πομώνη. Τώρα συμμετέχουν η Φωτεινή Βελεσιώτου, η Μαρία Κώτη, η Άννα Καραγεωργιάδου και η Μαριλένα Λευκιμιάττη. Προτιμάς να γράφεις για γυναικείες φωνές;
Εδώ και χρόνια, στους χώρους όπου κινούμαι και εργάζομαι έχουν ενδιαφέρον μόνο οι γυναικείες φωνές. Ο ρόλος του τραγουδιστή έχει σχεδόν εξαφανιστεί… Προτιμούνται οι μουσικοί που τραγουδάνε• δεν υπάρχουν τραγουδιστές ατόφιοι. Έτσι, τα περιθώρια επιλογής είναι πολύ στενά. Γενικότερα, όμως, ο ρόλος του τραγουδιστή περνάει κρίση όσον αφορά στη χροιά της φωνής του και το στήσιμό του στην πίστα. Όποιος έχει στιβαρή φωνή και δεν έχει κάνει είδη «όνομα» θεωρείται από αυτούς που δίνουν τα γαλόνια σε εταιρίες και επιτροπές γραφικός ή δευτεροκλασάτος, και απομακρύνεται. Οι τέσσερεις ερμηνεύτριες αυτού του δίσκου είναι πραγματικά μέσα στο «ό,τι καλύτερο της επόμενης μέρας». Καταπληκτικές φωνές, με προσωπική χροιά και ισχυρή άποψη γύρω από το τραγούδι. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να βρω καλύτερες τραγουδίστριες γι’ αυτό το cd. Άλλωστε, τα τραγούδια γράφτηκαν πάνω τους.

Στο Λέει Η Ζωή... συμμετέχεις και εσύ στιχουργικά σε τέσσερα τραγούδια. Είναι η πρώτη φορά που γράφεις στίχους. Τι σε οδήγησε σε αυτό;
Τους συγκεκριμένους στίχους τους έγραψα πριν από μια δεκαετία περίπου, την εποχή που άρχισα να ασχολούμαι με τη σύνθεση πιο συνειδητά. Τότε δεν εύρισκα στίχους να εκφράζουν τη μουσική που ήθελα να γράψω, και το έκανα μόνος μου. Πάντως, είναι, διαφορετική η οπτική του στιχουργού από του συνθέτη.

Οι υπόλοιποι στίχοι είναι του Σπύρου Πετρέλλη. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;
Οι στίχοι του Σπύρου είναι ευρηματικοί, απρόβλεπτοι. Η οπτική του με ενθουσίασε και με ώθησε να γράψω καινούργια τραγούδια. Νομίζω ότι έχουμε ανάγκη από ανθρώπους που βλέπουν διαφορετικά, μήπως ξυπνήσουμε, συνειδητοποιήσουμε πού είμαστε και πάμε λίγο παραπέρα. Στο τραγούδι Κάποιος γκουρού, που έγραψε, υπάρχει ένας στίχος που λέει «μήπως και καταλάβουμε ποιος είναι αυτός ο τόπος και πόση, αλήθεια, παρακμή σήμερα έχει ο τρόπος». Σήμερα οι στίχοι έχουν απαγορευτικό σε λέξεις όπως ο πόνος (θεωρείται ξεπερασμένο να πονάς), αγάπη (σε καμμία άλλη μορφή παρά μόνο ως καψούρα), κοινωνία (όλα πάνε καλά) και γενικότερα ο στίχος δεν πρέπει να ταρακουνάει και να αφυπνίζει. Η αφυπνίσει επιτρέπεται μόνο στα συγκροτήματα  μικρής ηλικίας, στο ελληνικό ροκ, στους ράπερ• όχι όμως σε λαϊκά τραγούδια. Οι στίχοι εκεί λένε, λένε, λένε… χωρίς να λένε τίποτα. Το ξεδοντιασμένο λιοντάρι…

Στις μέρες μας, πλέον, δεν συνηθίζεται οι έγκριτοι εικαστικοί να ασχολούνται με δίσκους• κάτι που ήταν κοινός τόπος στα «χρυσά χρόνια» της δισκογραφίας. Ωστόσο, στο δικό σας cd ο πίνακας στο εξώφυλλο, αλλά και τα έργα που κοσμούν το ένθετο, είναι του ζωγράφου Τάκη Σιδέρη.
Έχω την τύχη να έχω γείτονα και φίλο συγχρόνως τον ζωγράφο Τάκη Σιδέρη. Έναν καταπληκτικό ζωγράφο της ψυχής, της αγάπης, της φλόγας, της «ασήμαντης λεπτομέρειας» για όλους εμάς τους πολυάσχολους, που καταλαβαίνουμε την πραγματική της διάσταση μέσα από τη ζωγραφική του. Είναι εμπειρία να κοιτάξεις μέσα από το βλέμμα του. Όποιος δει τα «τα πάλκα» που έχει ζωγραφίσει θα νομίσει ότι οι πίνακες μυρίζουν τσιγάρο, ποτό, τραγουδίστριες. Ξεπηδάει από μέσα ο κόσμος του λαϊκού τραγουδιού όπως εμείς οι νεότεροι δεν τον γνωρίσαμε. Να μην ξεχνάμε ότι ήταν ο πρώτος που φιλοτέχνησε το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου Ρεμπέτικα Τραγούδια. Είναι τιμή μου που ένα από τα «πάλκα» βρίσκεται στο εξώφυλλο του cd μου, όπως και στο βιβλίο μου «Οκτώ Λαϊκά Πορτρέτα». Ο Τάκης Σιδέρης έχει γράψει και δέκα λογοτεχνικά-εικαστικά βιβλία, τελευταίο το «Δέκατο Κύμα.

Πέρσι τον χειμώνα παρουσίαζες τα νέα τραγούδια σου ζωντανά στο πάλκο. Ήθελες να δεις πώς λειτουργούν στον κόσμο; Να τα δοκιμάσεις;
Αυτό γινόταν και παλιότερα. Είναι ο καλύτερος τρόπος να δεις πού βρίσκεται το τραγούδι σου. Ο κόσμος όταν πεις ότι θα παίξεις ένα καινούργιο τραγούδι σχεδόν πάντα ακούει, και εσύ παίρνεις τα μηνύματα. Έτσι, όταν έρθει η ώρα για το στούντιο τα τραγούδια έχουν ήδη πάρει την πραγματική τους διάσταση και διαγράφουν την πορεία τους.

Σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα το λαϊκό τραγούδι;
Είναι όπως εμείς οι ίδιοι: χρεωμένο, αλλά πάμε διακοπές με διακοποδάνειο. Υπάρχει λαϊκό τραγούδι, αλλά ασφυκτιά, πιέζεται, στρυμώχνεται , όμως δεν πρόκειται να χαθεί ποτέ όσο υπάρχουν ψυχές που νιώθουν ατόφια ανθρώπινα αισθήματα... Γίνονται ηχοληψίες από ηχολήπτες που δεν έχουν καμμία σχέση με το λαϊκό τραγούδι, μίξεις τέτοιες που νομίζεις ότι φοβούνται μήπως δεν ακουστεί ο τραγουδιστής πιο δυνατά και από τον θεό, μάστερινγκ τόσο δυνατά που για να μην παραμορφωθεί ο ήχος κόβουν τις αρμονικές, και αυτό για να έχουν δυνατό σήμα οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί. Το τραγούδι επιβιώνει αλυσοδεμένο, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να μην αλλάξει αυτή η κατάσταση.

Έχει ανταπόκριση στον κόσμο;
Όταν φτάσει στον κόσμο το αγκαλιάζει. Εδώ και χρόνια όμως καλλιεργούν κοινό ξεκομμένο από τη φυσική συνέχεια του λαϊκού τραγουδιού. Με χαμηλωμένο τον πήχυ σε αξίες και πρότυπα.

Στον νέο σου δίσκο σου, όπως και στον προηγούμενο, υπάρχουν και δύο οργανικά θέματα. Με ποιο σκεπτικό τα βάζεις; Το ένα μάλιστα, όπως σημειώνεις, το έγραψες την επομένη του θανάτου του Γιάννη Παλαιολόγου…
Μου αρέσει ακούγοντας ένα κομμάτι να φαντάζομαι… Ο στίχος κάπου σε κατευθύνει, σου μιλάει, σε συγκινεί,  σε αφυπνίζει…  Η οργανική μουσική, όμως, σε αφήνει ελεύθερο να νιώσεις  όσο μπορείς, να ακούσεις ό,τι μπορείς, να δεις όσο φτάνει το μάτι σου. Μου αρέσει να μιλάω περισσότερο με το μπουζούκι μου• αυτό κάναμε και με τους Ραστ. Το ένα οργανικό, Τα πρώτα καρδιοχτύπια, είναι χαρούμενο, λίγο κινηματογραφικό. Οι Τιτάνες, όμως, έγιναν κάτω από μεγάλη στεναχώρια. Ο αναπάντεχος θάνατος του Γιάννη Παλαιολόγου μάς συγκλόνισε όλους όσοι τον αγαπούσαμε πίσω από το μπουζούκι που έπαιξε.

Να περιμένουμε και δουλειά σου αποκλειστικά με οργανικά κομμάτια;
Είναι κάτι που φυσιολογικά θα γίνει.
 
Τελικά Η... Ζωή τι Λέει;
Η ζωή δεν μπορεί να πει τα πάντα μέσα σε εννιά τραγούδια και δύο ορχηστικά, αλλά συνεχίζουμε στον δρόμο που η ίδια μάς λέει.

 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
 
Όλες οι συνεντεύξεις

 

 

VIDEO