Μαρίκα Νίνου - Η μούσα του Βασίλη Τσιτσάνη
 

ΤΟΥ ΣΑΚΗ ΠΑΠΙΣΤΑ

Η Μαρίκα Νίνου ήταν αρμενικής καταγωγής και ονομαζόταν Ευαγγελία Αταμιάν. Ο τόπος και η χρονολογία της γέννησής της παρουσιάστηκαν κατά καιρούς με σημαντικές διαφορές. Μια πηγή αναφέρει ότι ήρθε στη ζωή στην Κωνσταντινούπολη το 1918. Σύμφωνα με άλλη πληροφορία (μάλλον ανακριβής, μια και δεν διασταυρώθηκε ποτέ) γεννήθηκε στον Καύκασο και μεγάλωσε στην Πόλη. Μια τρίτη εκδοχή (από σχετικά πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή), από το στενό οικογενειακό της περιβάλλον, και πιο συγκεκριμένα από την ανιψιά της Γκιούλα Αταμιάν-Ανσεριάν, κόρη του αδελφού της, φαίνεται να είναι μάλλον η πραγματική. Σύμφωνα με την ανιψιά της, λοιπόν, η Νίνου, γεννήθηκε το 1922 πάνω στο καράβι Ευαγγελίστρια, με το οποίο ταξίδευε η μητέρα της, οι δύο αδελφές της και ο αδελφός της, από τη Σμύρνη στον Πειραιά.
Γεννήθηκε δύσκολα, αλλά επέζησε. Μάλιστα, το όνομα Ευαγγελία της το έδωσε ο νονός της, που ήταν ο καπετάνιος, από το όνομα του πλοίου με το οποίο ταξίδευε η οικογένεια Αταμιάν. Η οικογένεια, με τη νεογέννητη Ευαγγελία, όταν έφθασε στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στην Κοκκινιά. Η μικρή από νωρίς έδειξε τα φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα.
Στην αρμένικη εκκλησία του Αγίου Ιακώβου, κοριτσάκι ακόμα του δημοτικού σχολείου, έψαλλε στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, ενώ στην τάξη της της άρεζε να δίνει μουσικοθεατρικές παραστάσεις στους συμμαθητές της.

Το 1939 η Ευαγγελία Αταμιάν παντρεύεται τον επίσης Αρμένη Χάικ Μεσποριάν, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Οβανές, τον επόμενο χρόνο. Το ζευγάρι χώρισε και η Ευαγγελία το 1944, προς το τέλος της Κατοχής, γνωρίστηκε με τον ακροβάτη και ζογκλέρ Νίνο Νικολαΐδη, με τον οποίο αργότερα παντρεύτηκε. Ο Νικολαΐδης φαίνεται ότι μύησε τη γυναίκα και τον γιο της στην τέχνη του και τους έκανε επαγγελματίες ακροβάτες.
Προς το τέλος του 1947 η οικογένεια του Νίνο έρχεται στην Αθήνα όπου αρχίζει να εμφανίζεται σε διάφορα κέντρα κάνοντας ακροβατικά νούμερα με το καλλιτεχνικό όνομα Το ντούο Νίνο και μισό. Το όνομα Μαρίκα ήταν εφεύρημα της πεθεράς της Ευαγγελίας, μια παλιά θεατρίνα, γιατί θύμιζε τη μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το δε Νίνου προήλθε από το μικρό όνομα του συζύγου της.
Η Μαρίκα Νίνου, όμως, ήταν γεννημένη για τραγουδίστρια, και στο διάστημα αυτό, παράλληλα με τις ακροβατικές της εμφανίσεις με τον άντρα της και το παιδί της, ψάχνεται για να βρει την ευκαιρία να μπει στον χώρο του τραγουδιού. Είμαστε στα 1948 και η άγνωστη Μαρίκα πηγαινοέρχεται στα κέντρα Φλώριδα (Στελλάκης, Γενίτσαρης, κ.ά.) και Πίγκαλς (Μητσάκης, Χιώτης), προσπαθώντας να βρει θέση σε κάποιο λαϊκό συγκρότημα. Τα ακροβατικά που κάνει δεν είναι αρκετά για να χορτάσουν τη φιλοδοξία της, ενώ τα λίγα τούρκικα και ρεμπέτικα τραγούδια που περιστασιακά λέει με τον Στελλάκη Περπινιάδη, όπως και οι φορές που ο Γ. Μητσάκης την ανεβάζει στο αχηβαδωτό πάλκο του Πίγκαλς, δεν μπορούν να την οδηγήσουν με σιγουριά πουθενά.
Έτσι, γίνεται «κολλιτσίδα» στον Μητσάκη και στον Χιώτη.
Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της προσπάθειάς της αυτής, που μας δίνει ο Γιώργος Μητσάκης στην αυτοβιογραφία του:
«...Η Νίνου εκείνο το βράδυ φορούσε ένα φουστανάκι μπριόζικο, και κουνιστή και λυγιστή ερχόταν στο πάλκο και μας κολλούσε.
– Καλέ κύριε Μητσάκη, πες και στον κύριο Χιώτη να βγω να πω κι εγώ ένα τραγουδάκι.
– Ρε Μανώλη, λέω στον Χιώτη, ας την αφήσουμε, που ’μαστε κουρασμένοι, να πει τίποτα κι αυτή.
Η αλήθεια ήταν ότι σαν παρουσία, παρότι χοντρή, ήταν σκερτσόζα και μπριόζα.
–Α, μωρή πουτάνα, μου λέει ο Χιώτης, Τι να βγει να πει;
Η Νίνου όμως εκεί, κολλιτσίδα. Από τα πολλά παρακάλια την αφήσαμε κι εμείς. Βγήκε λοιπόν κι αυτή στο πάλκο, έκανε κάτι κουνήματα και σκέρτσα και άρεσε, δημιούργησε ένα κεφάκι στον κόσμο.
Αφού βγήκε το ένα βράδυ, έρχεται το επόμενο και το μεθεπόμενο. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε. Τη χάσαμε. Μετά μάθαμε πως τραγούδαγε μόνιμα με τον Τσιτσάνη».

Το πιο σπουδαίο όμως απ’ αυτή την ιστορία είναι ότι, παρά τους αρχικούς του ενδοιασμούς, ο Μανώλης Χιώτης είναι ο συνθέτης που έδωσε στη Μαρίκα Νίνου το πρώτο της τραγούδι στη δισκογραφία, το Θα σου πω το μυστικό μου (Αφού μου λες πως είσαι φίλος μου καλός) (9/7/1948, HMV AO 2824).
Τον Οκτώβριο του 1948 ο Στελλάκης Περπινιάδης την παίρνει κοντά του ως τραγουδίστρια στο οικογενειακό κέντρο Φλώριδα, όπου εμφανιζόταν με τον Μιχάλη Γενίτσαρη, τον Χάρη Λεμονόπουλο και άλλους ρεμπέτες. Ο Στελλάκης, για το παρθενικό αυτό ξεκίνημα της Μαρίκου Νίνου στο λαϊκό πάλκο, στην αυτοβιογραφία του αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Το 1948 εργάσθηκα στο κέντρο Φλώριδα, στη Λεω¬φόρo Αλεξάνδρας, μαγαζί του φίλου μου του Παναγιώτη Μελιτά, και εκεί έβγαλα την αείμνηστη Μαρίκα Νίνου. Ήταν μαζί μου και ο Γενίτσαρης, ο Λεμονόπουλος, η Δερέμπεη, ο Ανέστος ο Γύφτος (σ.σ.: Ανέστης Αθανασίου) και μετά ήρθε και ο Χατζηχρήστος με τον Λαύκα. Είχαμε καλό συγκρότημα για το μαγαζί, αλλά είχαμε και πρόβλημα γυναίκας. Η γυναίκα είναι απαραίτητη στα λαϊκά συγκροτήματα. Τότε πήρα τη συχωρεμένη τη Νίνου, η οποία μέχρι τότε γύριζε με τον σύζυγό της και το παιδί της και έκαναν διάφορα ακροβατικά νούμερα με τη φίρμα Το 2 1/2 Νίνο. Έμεινε κοντά μου επί πέντε συνεχείς μήνες και αφού έμαθε όλα τα μυστικά της δουλειάς και όλα τα τρα¬γούδια της εποχής, και επειδή ήταν άριστη στη δουλειά της, ζήτησε αύξηση, γιατί έπαιρνε μόνο 25 δραχμές μεροκάματο, την οποία αύξηση δεν της έδωσαν. Τότε ήρθε και μου είπε ότι τη ζητούν να πάει στου Τζίμη του Χοντρού, όπου εργαζόταν ο Τσιτσάνης, με μεροκάματο 90 δραχμές. Της είπα να πάει να δουλέψει με τον Τσιτσάνη, όπου όχι μόνο θα έπαιρνε καλό μεροκάματο, αλλά θα την βοηθούσε και ο Βασίλης, που ήταν καλός συνθέτης.
Ο Τσιτσάνης την πήρε έτοιμη από μένα στα μυστικά της δουλειάς και στην τεχνική, αλλά με την κατάλληλη προετοιμασία και με το καλό υλικό και το προσεγμένο που της ετοίμασε δημιούργησε τη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, που όλοι μας γνωρίσαμε».

Το ότι η Μαρίκα είχε αλλού το μυαλό και τις βλέψεις της όταν παράτησε τον Στελλάκη και τους άλλους στο Φλώριδα φαίνεται πως δεν τον ενόχλησε καθόλου. Μάλλον ο Στελλάκης ανακουφίστηκε που η Νίνου έφυγε από το μαγαζί, επειδή η γυναίκα του είχε κάποιες… συζυγικές υποψίες, και γλύτωσε από οικογενειακές φασαρίες.

Τυχερή καμπή στην καλλιτεχνική πορεία της Νίνου ήταν ένα επεισόδιο που συνέβη στην… Μπέλλου.
Το 1948, διαρκούντος του Εμφυλίου, μια ομάδα παρακρατικών, προκειμένου να ταπεινώσουν την τότε παρτενέρ του Τσιτσάνη στο πάλκο, απαίτησαν από αυτήν να τους πει Του Αϊτού τον Γιο. Η τραγουδίστρια αρνήθηκε, και τότε εκείνοι την έσπασαν στο ξύλο, χωρίς κανείς να φιλοτιμηθεί να την υπερασπίσει. Ύστερα από αυτό η Μπέλλου, αγανακτισμένη, αποχώρησε από το σχήμα του Τσιτσάνη. Κατ’ αυτό τον τρόπο μειώθηκε σημαντικότατα η ανταγωνισμός για το ποια γυναικεία φωνή θα συντρόφευε τον σπουδαίο συνθέτη• συγκυρία που ευνόησε, αναπάντεχα, την Νίνου!

Έτσι άρχισε ουσιαστικά η λαμπρή αλλά σύντομη καλλιτεχνική καριέρα της εκπληκτικής τραγουδίστριας με το ψευδώνυμο Μαρίκα Νίνου, που λατρεύτηκε από τους απανταχού Έλληνες, σε όλο τον κόσμο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες καλλιτεχνών - και προσωπικά νομίζω οποιασδήποτε μορφής τέχνης:
Α. Όσοι θεωρούνται σπουδαίοι όσο ακόμα ζουν, αλλά η πραγματική τους αξία αναγνωρίζεται μετά τον θάνατό τους.
Β. Οι καλλιτέχνες που τους εκτιμούν μεν οι σύγχρονοί τους, λησμονιούνται όμως μόλις φύγουν απ’ τη ζωή, γιατί δεν έχουν τίποτα να «πουν» στις επόμενες γενιές.
Γ. Εκείνοι που όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται το μεγαλείο τους και αποκτούν περισσότερους θαυμαστές.

Λοιπόν, η Μαρίκα Νίνου ανήκει σ’ αυτή την τελευταία κατηγορία. Όσοι είχαν την τύχη να τη δουν να τραγουδάει στο πάλκο δεν θα ξεχάσουν ποτέ τη δυνατή, περήφανη, καλλικέλαδη και μεταλλική φωνή της, τον συγκλονιστικό τρόπο της μοναδικής ερμηνείας της (τραγουδούσε με όλο της το σώμα!), την πληθωρική της παρουσία, τη γοητεία και μαγεία που ασκούσε πάνω στο καθηλωμένο κοινό.

Όπως είπαμε, η Μαρίκα έμαθε πολλά μυστικά  για την ερμηνεία κοντά στον Στελλάκη Περπινιάδη και με τον ίδιο -λίγο αργότερα- τραγούδησαν και ως ντουέτο ωραία τραγούδια σε δίσκους. Να σημειωθεί ότι ο Στελλάκης είχε ήδη μιλήσει στον Τσιτσάνη για τη Νίνου. Μάλιστα, ο ίδιος ο Βασίλης είχε πάει στο Φλώριδα, είχε δει τη σκηνική παρουσία της στο πάλκο και κατάλαβε αμέσως ότι αυτή η γυναίκα έχει κάτι ιδιαίτερο που τραβάει το κοινό.
Όμως, η επίσημη συνεργασία Τσιτσάνη - Νίνου δεν άρχισε αμέσως. Η Μάρικα, όπως με το Φλώριδα και το Πίγκαλς, έκανε την «περατζάδα» της και από του Τζίμη, από τον Τσιτσάνη, ο οποίος τότε είχε μαζί του στο πάλκο την Ιωάννα Γεωργακοπούλου. Κάπου κάπου, λοιπόν, ο Τσιτσάνης την ανέβαζε στο πάλκο, την έβαζε να πει κάποια τραγούδια και να κάνει τα τσαλίμια της ξεσηκώνοντας τον κόσμο. Αυτό άρεζε μεν στο φιλοθέαμον κοινό και στον μαγαζάτορα, τον Τζίμη, εξαγρίωνε όμως τη Γεωργακοπούλου, η οποία ζήλεψε και ζήτησε θυμωμένη από τον Τσιτσάνη να μην της επιτρέψει να ξανανέβει στο πάλκο μαζί τους. Αλλά αυτός, που δεν μπορούσε να κρύψει την αδυναμία του για το ωραίο φύλο, συναντήθηκε κρυφά με τη Νίνου και την προετοίμασε για να της δώσει τραγούδια γραμμένα ειδικά για τη φωνή και την προσωπικότητά της.

Τον Αύγουστο του 1949 το περιοδικό Το Μοντέρνο Τραγούδι, του Κώστα Μάνεση, προκήρυξε διαγωνισμό μεταξύ των αναγνωστών του για την ανακήρυξη του καλύτερου τραγουδιστή και της καλύτερης τραγουδίστριας, καθώς και του καλύτερου συνθέτη. Νικητές από τους άντρες βγήκαν ο Τσιτσάνης, με δεύτερο τον Στελλάκη Περπινιάδη. Από τις γυναίκες πρώτη η Σωτηρία Μπέλλου και δεύτερη η Μαρίκα Νίνου, πριν ακόμα εμφανιστεί επίσημα στο πάλκο. Πρώτος συνθέτης ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Περίπου τρεις μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1949, ο στιχουργός Κώστας Κοφινιώτης διοργανώνει στο θέατρο Κεντρικόν διαγωνισμό λαϊκών συγκροτημάτων, με αρκετές συμμετοχές. Τότε ακόμα ο Τσιτσάνης είναι στου Τζίμη του Χονδρού με τραγουδίστρια την Ιωάννα Γεωργακοπούλου. Αποφασίζει να συμμετάσχει στον διαγωνισμό, όχι όμως με την Ιωάννα, αλλά με τη Μαρίκα Νίνου! Αρχίζουν, λοιπόν, εντατικές μυστικές πρόβες. Την ημέρα που πρόκειται πια να εμφανιστούν «σκάει η βόμβα», δημιουργείται επεισόδιο μεταξύ Ιωάννας και Μαρίκας, ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες και σχεδόν έρχονται στα χέρια. Με το ζόρι τις χωρίζουν. Χαμός…
Ο Τσιτσάνης και η Νίνου παρουσιάζουν τα τραγούδια, αποθεώνονται από το κοινό, και η κριτική επιτροπή τούς απονέμει το βραβείο που είχε αθλοθετήσει για τον διαγωνισμό η Columbia. Το καλλιτεχνικό ζευγάρι Τσιτσάνης - Νίνου ήταν έτοιμο πλέον για να ανοίξει τα φτερά του στο λαϊκό πάλκο και επίσημα.
Έτσι, στις 4 Δεκεμβρίου 1949, μετά από παρέμβαση του Τζίμη του Χονδρού για να σταματήσουν τα καθημερινά προβλήματα που δημιουργούσε από τη ζήλεια της η Γεωργακοπούλου στο μαγαζί, ο Βασίλης Τσιτσάνης σμίγει τελικά στο πάλκο με τη μούσα του, τη Μαρίκα Νίνου, ενώ η συνεργασία τους στη δισκογραφία είχε ήδη αρχίσει τρεις μήνες ενωρίτερα.

Τα πρώτα τραγούδια που ο Τσιτσάνης έγραψε για τη θρυλική φωνή της Νίνου είναι το Για τα μάτια π’ αγαπώ (Ξημερώνει και βραδιάζει) (1/10/1949, COLUMBIA DG 6786) και το Απόψε μες στο καπηλειό (Δεκέμβριος 1949, COLUMBIA DG 6814). Πρωτακούστηκαν στη δραματική κινηματογραφική ταινία Αμάρτησα για το παιδί μου, που προβλήθηκε τον Μάρτιο του 1950, και το μουσικό της μέρος  γυρίστηκε στην ταβέρνα του Τζίμη του Χοντρού, όπου στο συγκρότημα συμμετέχουν ο Τσιτσάνης, ο Κερομύτης και η πρωτοεμφανιζόμενη Μαρίκα Νίνου. Από τότε άρχισε να ηχογραφεί τραγούδια όλων των γνωστών συνθετών, όπως των Μανώλη Χιώτη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Γιώργου Μητσάκη, Απόστολου Καλδάρα, Απόστολου Χατζηχρήστου, Γεράσιμου Κλουβάτου, Σταύρου Τζουανάκου, Γιάννη Τατασόπουλου, Γιώργου Λαύκα και άλλων λαϊκών δημιουργών.

Αν και συνεργάστηκε στα κέντρα και στη δισκογραφία με σχεδόν όλους τους συνθέτες, και κυρίως με τους καλύτερους, η συνεργασία της Μαρίκας Νίνου με τον Βασίλη Τσιτσάνη υπήρξε ορόσημο στη ζωή και των δύο, και χαρακτηρίζεται μοναδική και ιστορική για το λαϊκό τραγούδι. Η Μαρίκα ήταν η μούσα που ενέπνευσε τον Τσιτσάνη όσο κανείς άλλος. Είχε κάτι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό.
Το ντουέτο Τσιτσάνης - Νίνου έμεινε θρυλικό στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού.
Ηχογράφησαν μαζί πολλά τραγούδια και εμφανίστηκαν με τεράστια αποδοχή στα καλύτερα λαϊκά πάλκα, γνωρίζοντας παντού θριάμβους και δόξες. Μαζί πήγαν στις 14 Οκτωβρίου 1951 και στην Κωνσταντινούπολη, όπου τραγούδησαν στο κέντρο Καζαμπλάνκα, για περίπου ενάμιση μήνα, με μεγάλη επιτυχία. Μαζί τους ήταν και η Ευαγγελία Μαργαρώνη, με το ακορντεόν της.

Για την περίφημη συνεργασία του με τη Μαρίκα Νίνου, ο Βασίλης Τσιτσάνης στην αυτοβιογραφία του λέει:
«…Η συνεργασία μου με την αλησμόνητη Νίνου είναι κάτι που δεν μπορώ να το ξε¬χάσω ποτέ. Και νομίζω και ο κόσμος, το άγνωστο και γνωστό πλατύ κοινό, όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι, που συζητούσαν κάθε μέρα για το ντουέτο Τσιτσάνη - Νίνου. Η Μαρίκα, με τον άντρα της και το παιδί της, έκαναν ακρο¬βατικά νούμερα, με τη φίρμα Το 2 1/2 Νίνο. Αυτά είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Εγώ τότε δεν την γνώριζα ακόμα. Αργότερα πήγε σε κάποιο μαγαζί για δουλειά, και έβγαινε κι έλεγε κάτι λίγα τραγουδάκια που ήξερε. Δούλευε αρκετό καιρό εκεί, αλλά χωρίς επιτυχία. Ερχόταν στου Τζίμη και μ’ άκουγε πολλές φορές, και κάποια φορά μού ζήτησε να την πάρω στο μαγαζί. Την άκουσα και δεν άργησα να καταλάβω το ταλέντο της. Κατάλαβα πως με δουλειά θ’ άφηνε εποχή.
Είχε μια ξεχωρι¬στή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο, που θα το έδειχνε όμως με σκληρή και συστηματική δουλειά. Γι’ αυτήν κουράστηκα ακόμα πιο πολύ, για να τη φτιάξω στρωτή, σωστή, έτοιμη για τα τραγούδια που ετοίμαζα αποκλειστικά για τη φωνή της.
Γίναμε ντουέτο και κάθε βράδυ στου Τζίμη γινόταν χαλασμός από τον κόσμο. Η ουρά έφτανε μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα. Κάθε μέρα συζητούσαν για μας τους δυο. Όπου πηγαίναμε, και για έκτακτες εμφανί¬σεις στα θέατρα, γινόταν το σώσε. Η Μαρίκα στο πάλκο ήταν ασυναγώνιστη, οι κινήσεις της ήταν κάτι το συγκλονιστικό, όταν τραγουδούσε είχε τέτοια εκφραστικότητα και τέ¬τοια μεταδοτικότητα στο κοινό, που νομίζω ότι δεν πρόκει¬ται να γεννηθεί άλλη. Όταν τραγουδούσε, κυριολεκτικά κα¬θήλωνε τον κόσμο στα τραπέζια. Ήταν φοβερή. Τραγου¬δούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δά¬σκαλος που διδάσκει στους μαθητές στα θρανία. Το κέφι που δημιουργούσε η Μαρίκα στο πάλκο έφτιαχνε μια ατμό¬σφαιρα που μπορούσε να χαλάσει ο κόσμος στο μαγαζί. Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένη για το πάλκο… Βέβαια, πέρασε πολύς καιρός που δούλευα με τη συχωρεμένη τη Μαρίκα Νίνου, και ενώ ήταν ουρά ο κόσμος να μας ακούσει, παίρναμε μόνο 80-100 δραχμές μεροκάματο. Κάναμε και εμφανίσεις στα θέατρα και παίρναμε άλλες 75 δραχμές, που γινόντουσαν όλα 250».


Η θρυλική αυτή συνεργασία του καλλιτεχνικού ζεύγους κράτησε συνολικά τέσσερα χρόνια και τρεις μήνες. Άρχισε τα Χριστούγεννα του 1949 και τελείωσε το Πάσχα του 1954. Η επιτυχία τους στο χρονικό αυτό διάστημα ήταν κάτι περισσότερο από τεράστια, όμως χρόνο με τον χρόνο πέρασε από «σαράντα κύματα», εξ αιτίας της ζήλειας της Νίνου και της αφόρητης κατάστασης που δημιουργούσε στον Τσιτσάνη, και κατά συνέπεια και στο έργο του, απαιτώντας και διεκδικώντας την ερμηνευτική αποκλειστικότητα των τραγουδιών του. Μάλιστα, εί¬χε ανακατέψει όλα τα μαγαζιά• έφευγε απ’ το ένα και πήγαινε στο άλλο. Αυτό επηρέασε πάρα πολύ τον Τσιτσάνη ως συνθέτη (αλλά και ως άνθρωπο, λένε όσοι τον ζούσαν τότε από πολύ κοντά). Επιπλέον, στο μαγαζί του Τζίμη γινόταν συχνά φασαρίες εξαιτίας της, αλλά και εξαιτίας και του άντρα της, του Νίνο Νικολαΐδη, που έπαιζε τον ρόλο του μάνατζερ της Μαρίκας. Από τη μέρα που η γυναίκα του έπιασε δουλειά με τον Τσιτσάνη σταμάτησε τα ακροβατικά και ασχολήθηκε με την «προώθησή» της.
Η Νίνου μετά την επιτυχία που είχε με τον Βασίλη ίσως έγινε κάπως υπεροπτική, ιδίως απέναντι στις άλλες τραγουδίστριες.
Έτσι δημιουργήθηκε μεγάλη διχόνοια στον κύκλο τους, αφού όλες οι γυναίκες, όπως η Γεωργακοπούλου, η Μπέλλου, η Χασκίλ και η Σεβάς Χανούμ, θέλανε να δουλέψουν δίπλα στον Τσιτσάνη. Το καζάνι έβραζε, ώσπου μια μέρα, στο μπαράκι του Μάριου, η Χασκίλ με την Σεβάς αρπάχτηκαν με την Νίνου σε καβγά.
Η γκρίνια και η ψυχρότητα μεταξύ του Τσιτσάνη και της Νίνου άρχισε από το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, όπου η συμπεριφορά της Μαρίκας έγινε περίεργη. Ένα βράδυ, μάλιστα, μετά το σχόλασμα, έφυγε αγκαζέ και επιδεικτικά με έναν ομογενή μεγαλέμπορο, χωρίς την επομένη να δώσει εξηγήσεις. Επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά από περίπου 45 μέρες σαν ξένοι, και από τότε φώλιασε μέσα τους η γκρίνια και η φαγωμάρα.
Η επιρροή της Νίνου πάνω στο έργο του Τσιτσάνη είναι ολοφάνερη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το διάστημα 1949-1951 είχε γράψει 97 τραγούδια (την περίοδο αυτή εμφανίζεται η όντως δημιουργική επίδραση της Νίνου στο έργο του), στο σημαδιακό διάστημα 1952-1954 (χρονιά που η Μαρίκα Νίνου έφυγε για την Αμερική) έγραψε μόνο 38. Δηλαδή πολύ λιγότερα από τα μισά, σε σύγκριση με το πρώτο διάστημα της συνεργασίας τους. Αυτό σημαίνει ότι η περίοδος αυτή, η δεύτερη, είναι η αρνητική της Νίνου δίπλα στον δημιουργό Τσιτσάνη. Μάλιστα, από τις 10/2/1954 μέχρι τις 29/9/1954, ημέρα που έφυγε από την Ελλάδα η Νίνου για την Αμερική την πρώτη φορά, ο Τσιτσάνης γραμμοφώνησε μαζί της μόνο τέσσερα τραγούδια.

Είναι πασίγνωστο πλέον ότι ο Τσιτσάνης χάρισε ή παραχώρησε τα δικαιώματα δεκάδων τραγουδιών του (στίχους, σύνθεση ή και τα δύο) σε διάφορους συνεργάτες και φίλους του, τραγουδιστές κυρίως, όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, η Σωτηρία Μπέλλου, κ.ά.  Από τη λίστα αυτή των ευεργετηθέντων δεν θα μπορούσε να λείπει, φυσικά, και η Μαρίκα Νίνου.
Ο Τσιτσάνης τής χάρισε εν ζωή ένα ωραιότατο τραγούδι, το Την πιο ωραία μου ζωή (1951, COLUMBIA DG 6917) και ένα άλλο, επίσης ωραιότατο, το Θέλω να είναι Κυριακή (Κυριακή σε γνώρισα, Κυριακή σε χάνω), στη μνήμη της, τραγουδισμένο σε δίσκο από την Καίτη Γκρέυ (11/3/1961, HMV 7PG 2911).
Ο Β. Τσι¬τσάνης δεν θέλησε ποτέ να πάρει πίσω όσα τραγούδια χάρισε κατά καιρούς σε διάφορους τραγουδιστές. Όμως ένα του τραγούδι, ανάμεσα στα τόσα πολλά, χαρισμένο στην (προ της Νίνου μούσα του) Ιωάννα Γεωργακοπούλου, το Τρελλέ Τσιγγάνε, έγινε η αιτία να πικραθεί πολύ μαζί της όταν το 1955 έκανε το Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι, ερμηνευμένο σε πρώτη εκτέλεση από τη Μαρίκα Νίνου, το οποίο στήριξε μουσικά πάνω στη μελωδία του Τρελλού Τσιγγάνου, το κυκλοφόρησε στο όνομά του και το χάρισε στον Χατζιδάκι. Έχει ιδιαίτερη σημασία να πούμε ότι η Γεωργακοπούλου πληγώθηκε πάρα πολύ, χολώθηκε, και ύστερα από πολλά χρόνια γεμάτη οργή δήλωσε «Η μουσική από το τραγούδι Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι είναι δική μου, από τον Τρελλό Τσιγγάνο. Τι δουλειά έχει ο Τσιτσάνης και χαρίζει δικό μου τραγούδι στον Χατζιδάκι;» Ξέχασε, όπως φαίνεται, ότι ο Τσιτσάνης τής είχε δώσει γύρω στα είκοσι από τα ωραιότερα τραγούδια του… Φαίνεται ότι περισσότερο την πόνεσε το ότι το ερμήνευσε η Μαρίκα Νίνου, που στις ραδιουργίες της αποδίδει τη δική της απομάκρυνση από το πάλκο, τη δισκογραφία και την καρδιά του Βασίλη. Και ίσως να μην έχει άδικο, γιατί αν δεν υπήρχε η Νίνου, η οποία πίεζε επίμονα τον μεγάλο λαϊκό δημιουργό να μη δίνει τραγούδια σε άλλες τραγουδίστριες, η Ιωάννα θα συνέχιζε την συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη και δεν θα σταματούσε έτσι ξαφνικά η καριέρα της.

Κατά το 1953 (ή και λίγο ενωρίτερα) η Μαρίκα Νίνου αρρωσταίνει από καρκίνο στη μήτρα. Κρύβει καλά την αρρώστια της από τον πολύ κόσμο και αποφασίζει να πάει στην Αμερική για να εξεταστεί από εξειδικευμένους γιατρούς. Ένα μεσημέρι, ενώ τρώνε σε μια ταβέρνα στην Πλάκα με τον Τσιτσάνη, του αποκαλύπτει το μεγάλο της μυστικό και του προτείνει να φύγουν μαζί για την Αμερική. Ο Τσιτσάνης αρνείται να την ακολουθήσει. Λυπάται για την ίδια πάρα πολύ, αλλά βλέποντας την καταστροφή που ερχότανε μέσα από την αναταραχή που είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις τους είχε αποφασίσει να σταματήσει τη συνεργασία μαζί της.

Η Μαρίκα Νίνου φεύγει από την Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 1954 για το πρώτο της ταξίδι στον Νέο Κόσμο. Είχε πετύχει ένα πολύ καλό συμβόλαιο με το κοσμικό κέντρο Νέον Βυζάντιον της Νέας Υόρκης, και με τη δισκογραφική εταιρεία Liberty.
Την ίδια χρονιά η Ρένα Ντάλια ταξιδεύει κι αυτή για πρώτη φορά στην Αμερική, με τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Να σημειωθεί ότι η μεγάλη Μαρίκα Νίνου υπήρξε το είδωλο και πρότυπο της Ρένας Ντάλια, που ήταν -αντιστοίχως- η μούσα του Γιάννη Παπαϊωάννου.
Περίπου έξι μήνες αργότερα, και ενώ ακόμα βρίσκονταν στην Αμερική, μια μέρα τους επισκέφθηκε απροσδόκητα η Μαρίκα Νίνου. Η Ντάλια δεν γνώριζε ακόμα την αρρώστια της Μαρίκας. Το μυστικό της σοβαρής ασθένειας της Νίνου τής το αποκάλυψε ο Παπαϊωάννου -που το γνώριζε- δύο μήνες αργότερα, την παραμονή της επιστροφής τους για την Ελλάδα. Στο τέλος του ίδιου έτους, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, το καλλιτεχνικό ζευγάρι Παπαϊωάννου - Ντάλια επέστρεψε στην Αθήνα και έναν μήνα αργότερα, με την επιστροφή στην Αθήνα και της Μαρίκας, συναντώνται οι δύο γυναίκες και η Νίνου τής φανερώνει το δράμα της ζωής της και της εξομολογείται ότι ίσως ξαναπάει στην Αμερική για εγχείρηση.

Στη Νέα Υόρκη, όπου ξαναπήγε αργότερα η Ρένα Ντάλια, συναντά και πάλι τη Μαρίκα Νίνου, που και αυτή είχε πάει για δεύτερη φορά. Ήταν πλέον πολύ άρρωστη. Η Ντάλια έζησε τότε θλιβερές και δραματικές καταστάσεις κοντά στην μόνη, απροστάτευτη και βαριά άρρωστη Νίνου, η οποία πάλεψε με μεγάλο θάρρος το προσωπικό της δράμα. Η Ρένα τής στάθηκε σαν αδελφή στον γολγοθά της, την βοήθησε και της συμπαραστάθηκε όσο μπορούσε. Το ίδιο και η τραγουδίστρια Εύα Στυλ με τον άντρα της.
Η Ρένα και η Εύα, επί δυόμισι μήνες, έκαναν έρανο στα μαγαζιά όπου δούλευαν για να καλύψουν τα καθημερινά έξοδα του νοσοκομείου για την εγχείρηση και τη νοσηλεία της Νίνου στη Νέα Υόρκη.
Εκεί στο νοσοκομείο, βέβαιη πλέον η Μαρίκα πως θα πεθάνει, μια μέρα ζήτησε από τη Ρένα να της φέρει συμβολαιογράφο για να κάνει τη διαθήκη της. Πράγμα που έγινε, και η ίδια η Ρένα, όπως και ο Σταυρόπουλος, ο σύζυγος της Εύας και ιδιοκτήτης της δισκογραφικής εταιρείας Liberty, υπέγραψαν ως μάρτυρες.
Μόλις η Μαρίκα καλυτέρεψε κάπως, με την προτροπή των γιατρών της και τη βοήθεια συναδέλφων και φίλων που πρόσφεραν χρήματα για το αεροπορικό της εισιτήριο, επέστρεψε στην Ελλάδα.

Στην Αμερική, εκτός από τις εμφανίσεις που έκανε σε ελληνικά νυχτερινά κέντρα με τους Κώστα Καπλάνη, Σταύρο Τζουανάκο, αλλά και με άλλους τοπικούς Έλληνες καλλιτέχνες, η Νίνου, γραμμοφώνησε και αρκετά τραγούδια, κυρίως με τη Liberty. Ένα από αυτά, το Εγώ θα φύγω μακριά σου (Πες μου αν με βαρέθηκες) του Μανώλη Χιώτη, είναι πολύ σημαδιακό και το γραμμοφωνεί το 1954  (Liberty 201), στη διάρκεια του πρώτου της ταξιδιού στον Νέο Κόσμο.
Ο Σώτος Αλεξίου, στο βιβλίο του Ο ξακουστός Τσιτσάνης, μεταξύ άλλων αναφέρει «Μέσα από το τραγούδι αυτό, η Μαρίκα Νίνου στέλνει από την Αμερική στον Β. Τσιτσάνη ένα δραματικό μήνυμα. Η φωνή της σπασμένη σε χίλια κομμάτια, γεμάτη λυγμούς και σπαραχτική ικεσία. Θέλει να επιστρέψει πίσω στον άντρα που αγάπησε τόσο όσο μπορεί να αγαπήσει μια γυναίκα. Ξέρει πια πως είναι πολύ άρρωστη. Ο καρκίνος προχωράει. Θέλει να γυρίσει πίσω στα παλιά. Η φωνή της ταξιδεύει στον αέρα, αλλά δεν φθάνει ποτέ στην καρδιά του Τσιτσάνη».
Η Μ. Νίνου συνεργάστηκε στην Αμερική ακόμα και με τον θρυλικό Γιώργο Κατσαρό-Θεολογίτη. Με τον Σταύρο Τζουανάκο, τη διετία 1954-1955, τραγούδησε ντουέτο στην Αμερική -ευτυχώς για μας και σε δίσκους- εκπληκτικά τραγούδια.
Μέχρι και το 1955 η Νίνου γραμμοφώνησε στις 78 στροφές περίπου 170 τραγούδια. Στην Ελλάδα 145 και στην Αμερική 25. Από όλα αυτά, τα 58 είναι του Τσιτσάνη, 20 του Μητσάκη, 13 του Χιώτη, 7 του Καλδάρα, 6 του Παπαϊωάννου και τα υπόλοιπα, περίπου 65, ανήκουν σε διάφορους άλλους συνθέτες. Από τα τραγούδια της τα 126 τα τραγούδησε σε πρώτη φωνή και τα 44 σε δεύτερη. Μπορούμε να προσθέσουμε και λίγες ακόμα ηχογραφήσεις σε δεύτερη και τρίτη εκτέλεση κάποιων τραγουδιών της (βλέπε παρακάτω την πλήρη δισκογραφία της).
Η ζωή και η καριέρα της Μαρίκας Νίνου, όπως και της συνομήλικής της Στέλλας Χασκίλ, υπήρξε πολύ σύντομη και παρατηρείται ομοιότητα σε πολλά σημεία στην πορεία των δύο καλλιτέχνιδων: κινήθηκαν καλλιτεχνικά περίπου την ίδια εποχή (με τη Στέλλα να προηγείται χρονικά της Μαρίκας), συνεργάστηκαν με τους ίδιους λαϊκούς συνθέτες, εμφανίστηκαν στα ίδια λαϊκά πάλκα, γραμμοφώνησαν -αναλογικά με τη διάρκεια της καλλιτεχνικής πορείας της καθεμιάς- περίπου τον ίδιο αριθμό τραγουδιών, είχαν την ίδια αιτία θανάτου, και πέθαναν περίπου στην ίδια ηλικία. Χτυπημένη από την επάρατο νόσο, τον καρκίνο, για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, η μεγάλη και αλησμόνητη Μαρίκα Νίνου, η βασίλισσα του λαϊκού τραγουδιού, έφυγε πολύ κουρασμένη, αλλά και πολύ νωρίς από τη ζωή, στις 23 Φεβρουαρίου του 1957, σε ηλικία μόλις 35 ετών. Περίπου τρία χρόνια μετά τον θάνατο της Στέλλας Χασκίλ, της Σαλονικιάς με τη βελούδινη φωνή, που έφυγε στα 36 της, στις 28 Φεβρουαρίου του 1954.
Πολύ περίεργες, στ’ αλήθεια, συμπτώσεις γράφει η ζωή!

 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ
 
 
Όλες οι μονογραφίες

 

 

VIDEO